Ποίημα · 54 BC · Rome

Ποιήματα

Carmina

Εισαγωγικό σημείωμα

Ο Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος (περ. 84 – περ. 54 π.Χ.), γεννημένος στη Βερόνα και ζώντας το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του στη Ρώμη των τελευταίων χρόνων της Δημοκρατίας, μας άφησε ένα και μόνο βιβλίο — τα «Carmina», εκατόν δεκατρία ποιήματα που παραδίδονται με τη σειρά 1 έως 116. Είναι ο κορυφαίος ανάμεσα στους «neoteroi», τους «νεότερους» ποιητές που, εμπνευσμένοι από την αλεξανδρινή λεπτότητα του Καλλίμαχου, απέρριψαν το βαρύ έπος υπέρ του μικρού, γυαλισμένου, προσωπικού ποιήματος. Η συλλογή δεν ταξινομείται χρονολογικά αλλά κατά μέτρο και είδος, και κινείται σε τρεις κινήσεις: τα «πολύμετρα» (1–60), σύντομα λυρικά ποιήματα σε ποικίλα μέτρα· τα μακρά ποιήματα (61–68), οι γαμήλιοι ύμνοι, το μυθολογικό επύλλιο του Πηλέα και της Θέτιδας και η λόγια ελεγεία· και τα επιγράμματα (69–116) σε ελεγειακά δίστιχα.

Το σήμα κατατεθέν του Κάτουλλου είναι η τονική αμεσότητα και το απότομο γύρισμα: ένα ποίημα μπορεί να στρέφεται από την τρυφερότητα στην αισχρότητα, ή από το παιχνίδι στο πένθος, μέσα σε λίγες γραμμές — και η στροφή είναι το ζητούμενο. Στην καρδιά του βιβλίου βρίσκεται η Λεσβία, το ποιητικό όνομα (κατά την αρχαιότητα, της Κλωδίας) της γυναίκας που ο ποιητής αγάπησε και μίσησε με ίση σφοδρότητα· γύρω της κινείται ένας κόσμος φίλων και εχθρών — ο Φάβουλλος, ο Βεράνιος, ο Κάλβος, ο Καίλιος, ο Γέλλιος, ο Μαμούρρας, ακόμη και ο Καίσαρας. Η μετάφραση σέβεται και τις δύο άκρες αυτού του εύρους: αποδίδει τη σκληρή λέξη σκληρά εκεί όπου ο Κάτουλλος γράφει με ωμότητα (τα υβριστικά και τα ερωτικά ποιήματα δεν εξωραΐζονται), και δεν χοντραίνει τα τρυφερά (τα ποιήματα του σπουργίτη, ο τάφος του αδελφού στο 101, οι γαμήλιοι ύμνοι). Ο ίδιος ποιητής έγραψε και τα δύο, και η αντίθεση είναι το επίτευγμα.

Η παρούσα ελληνική απόδοση γίνεται απευθείας από το λατινικό πρωτότυπο (κείμενο PerseusDL, phi0472), όχι μέσω κάποιας ενδιάμεσης μετάφρασης. Ακολουθεί τη δομή του κάθε ποιήματος —την κλιμάκωση, την επανάληψη, το τελικό γύρισμα— χωρίς να επιβάλλει ελληνικό μέτρο ή ομοιοκαταληξία, και διατηρεί τη στίξη κατά στίχο, ώστε η παράλληλη έκδοση να ευθυγραμμίζεται γραμμή προς γραμμή. Τα ονόματα ανθρώπων και τόπων κρατούν την καθιερωμένη ελληνική κλασική μορφή τους. Οι θεότητες αποδίδονται με τα ελληνικά τους ονόματα (Αφροδίτη, Έρωτας, Άρτεμη), όπως τα δέχεται ο έλληνας αναγνώστης του ελληνορωμαϊκού κόσμου, χωρίς κανέναν εκχριστιανισμό. Όπου ο Κάτουλλος καταφεύγει σε πυκνή μυθολογική αναφορά, ο στίχος την αποδίδει με ακρίβεια και αφήνει το γλωσσάρι και το σημείωμα να δώσουν το υπόβαθρο.

Σε ποιον να δώσω το κομψό, καινούργιο βιβλιαράκι,
που μόλις τώρα το γυάλισα με ξερή ελαφρόπετρα;
Σ’ εσένα, Κορνήλιε· γιατί εσύ συνήθιζες
να θεωρείς πως κάτι αξίζουν τα δικά μου παιχνιδίσματα,
ήδη τότε που τόλμησες, μόνος απ’ τους Ιταλούς,
όλον τον χρόνο ν’ απλώσεις σε τρεις παπύρους,
μορφωμένους, μα τον Δία, και πολύμοχθους!
Γι’ αυτό, κράτησε για δικό σου ό,τι κι αν είναι τούτο το βιβλιαράκι,
όποιας κι αν είναι αξίας — που, ω παρθένα προστάτιδα,
να μείνει αιώνιο πάνω από μια γενιά.
Cui dono lepidum novum libellum
arido modo pumice expolitum?
Corneli, tibi; namque tu solebas
meas esse aliquid putare nugas,
iam tum cum ausus es unus Italorum
omne aevum tribus explicare chartis,
doctis, Iuppiter, et laboriosis!
quare habe tibi quidquid hoc libelli
qualecumque, quod, o patrona virgo,
plus uno maneat perenne saeclo.
Σπουργίτη, χαρά και θάλπος της κοπέλας μου,
μ’ εσένα εκείνη παίζει, εσένα κρατά στην αγκαλιά,
σ’ εσένα την άκρη του δαχτύλου δίνει όταν το γυρεύεις
και σε ξεσηκώνει σε δαγκώματα κοφτερά,
όποτε στην αστραφτερή μου λαχτάρα
της αρέσει κάτι γλυκό ν’ αστειευτεί
(και μια μικρή παρηγοριά για τον πόνο της,
πιστεύω, ώστε τότε ο βαρύς της πόθος να ησυχάσει)·
μακάρι κι εγώ, όπως εκείνη, να μπορούσα μαζί σου να παίζω
και τις θλιβερές έγνοιες της ψυχής ν’ απαλύνω!
Τόσο ευχάριστο μού είναι όσο, λένε, στην ταχύποδη
κοπέλα το χρυσαφένιο μήλο,
που έλυσε τη ζώνη της, δεμένη τόσον καιρό.
Passer, deliciae meae puellae,
quicum ludere, quem in sinu tenere,
cui primum digitum dare adpetenti
et acris solet incitare morsus,
cum desiderio meo nitenti
carum nescio quid libet iocari
(et solaciolum sui doloris,
credo, ut tum gravis adquiescat ardor),
tecum ludere sicut ipsa possem
et tristis animi levare curas!
Tam gratum est mihi quam ferunt puellae
pernici aureolum fuisse malum,
quod zonam solvit diu ligatam.
Θρηνήστε, ω Αφροδίτες κι Έρωτες
κι όσοι υπάρχετε άνθρωποι πιο χαριτωμένοι!
Ο σπουργίτης πέθανε της κοπέλας μου,
ο σπουργίτης, η χαρά και το θάλπος της κοπέλας μου,
που εκείνη τον αγαπούσε πιο πολύ κι απ’ τα ίδια της τα μάτια·
γιατί ήταν γλυκός σαν μέλι, και τη γνώριζε
τόσο καλά όσο ένα κορίτσι τη μάνα του,
κι ούτε απ’ την αγκαλιά της κουνιόταν,
μα πηδώντας τριγύρω πότε εδώ πότε εκεί
μόνο τη δέσποινά του διαρκώς τιτίβιζε.
Τώρα βαδίζει τον σκοτεινό τον δρόμο,
εκεί απ’ όπου λένε πως κανείς δεν επιστρέφει.
Μα ανάθεμά σας, κακά σκοτάδια
του Άδη, που κάθε ωραίο το καταβροχθίζετε·
τόσο ωραίο σπουργίτη μού πήρατε.
Ω πράξη κακή! Ω κακόμοιρε σπουργίτη!
Τώρα, με τη δική σου αιτία, της κοπέλας μου
τα ματάκια κοκκινίζουν πρησμένα απ’ το κλάμα.
Lugete, o Veneres Cupidinesque
et quantum est hominum venustiorum!
passer mortuus est meae puellae,
passer, deliciae meae puellae,
quem plus illa oculis suis amabat;
nam mellitus erat, suamque norat
ipsa tam bene quam puella matrem,
nec sese a gremio illius movebat,
sed circumsiliens modo huc modo illuc
ad solam dominam usque pipiabat.
qui nunc it per iter tenebricosum
illuc unde negant redire quemquam.
at vobis male sit, malae tenebrae
Orci, quae omnia bella devoratis;
tam bellum mihi passerem abstulistis.
o factum male! o miselle passer!
tua nunc opera meae puellae
flendo turgiduli rubent ocelli.
Εκείνο το πλοιάριο που βλέπετε, ξένοι,
λέει πως υπήρξε το ταχύτερο των καραβιών,
κι ουδενός πλέοντος σκάφους την ορμή
δεν αδυνατούσε να προσπεράσει, είτε με τα κουπιά
χρειαζόταν να πετάξει είτε με το πανί.
Κι αυτό, λέει, δεν το αρνείται η ακτή
του απειλητικού Αδρία, ούτε τα Κυκλαδίτικα νησιά,
ούτε η ξακουστή Ρόδος κι η αγριωπή Θράκη,
η Προποντίδα ή ο άγριος κόλπος του Πόντου,
όπου εκείνο, το κατοπινό πλοιάριο, ήταν πρωτύτερα
δάσος με φύλλωμα· γιατί στην κορυφή του Κυτώρου
συχνά σφύριζε με τα φύλλα του που μιλούσαν.
Ποντική Άμαστρη και Κύτωρε γεμάτε πυξάρια,
πως τούτα ήταν και είναι σ’ εσάς πασίγνωστα
λέει το πλοιάριο· απ’ την πρώτη του καταγωγή
λέει πως στάθηκε στην κορυφή σου,
πως βύθισε τα κουπιά του στα δικά σου νερά,
κι από κει, μέσα από τόσα ανήμερα πελάγη,
κουβάλησε τον αφέντη του, είτε απ’ τ’ αριστερά είτε απ’ τα δεξιά
τον καλούσε ο άνεμος, είτε ο Δίας και τα δυο
μαζί, ευνοϊκός, έπεφτε στο πανί·
κι ούτε τάματα καμιά φορά στους θεούς της ακτής
έκανε, όταν ερχόταν απ’ την έσχατη θάλασσα
ίσαμε τούτη εδώ τη διάφανη λίμνη.
Μα αυτά ανήκουν στο παρελθόν: τώρα, κρυμμένο,
γερνά μέσα στην ησυχία κι αφιερώνεται σ’ εσάς,
δίδυμε Κάστορα και δίδυμε αδελφέ του Κάστορα.
Phasellus ille, quem videtis, hospites,
ait fuisse navium celerrimus,
neque ullius natantis impetum trabis
nequisse praeterire, sive palmulis
opus foret volare sive linteo.
et hoc negat minacis Hadriatici
negare litus insulasve Cycladas
Rhodumque nobilem horridamque Thraciam
Propontida trucemve Ponticum sinum,
ubi iste post phasellus antea fuit
comata silva: nam Cytorio in iugo
loquente saepe sibilum edidit coma.
Amastri Pontica et Cytore buxifer,
tibi haec fuisse et esse cognitissima
ait phasellus; ultima ex origine
tuo stetisse dicit in cacumine,
tuo imbuisse palmulas in aequore,
et inde tot per impotentia freta
erum tulisse, laeva sive dextera
vocaret aura, sive utrumque Iuppiter
simul secundus incidisset in pedem;
neque ulla vota litoralibus diis
sibi esse facta, cum veniret a mari
novissimo hunc ad usque limpidum lacum.
sed haec prius fuere: nunc recondita
senet quiete seque dedicat tibi,
gemelle Castor et gemelle Castoris.
Ας ζήσουμε, Λεσβία μου, κι ας αγαπηθούμε,
και τα λόγια των αυστηρών γερόντων
όλα ας τα λογαριάσουμε για μιαν πεντάρα.
Οι ήλιοι μπορούν να δύουν και να ξαναγυρίζουν:
για μας, μια φορά που δύσει το σύντομο φως μας,
μια νύχτα αιώνια πρέπει να κοιμηθούμε.
Δώσε μου χίλια φιλιά, κι έπειτα εκατό,
κι έπειτα άλλα χίλια, κι έπειτα δεύτερα εκατό,
κι έπειτα ακόμη άλλα χίλια, κι έπειτα εκατό·
κι έπειτα, σαν κάνουμε πολλές χιλιάδες,
θα τα μπερδέψουμε, για να μην ξέρουμε,
ή για να μη μπορέσει κανείς κακός να μας βασκάνει,
μαθαίνοντας πως τόσα είναι τα φιλιά.
Vivamus, mea Lesbia, atque amemus,
rumoresque senum severiorum
omnes unius aestimemus assis.
soles occidere et redire possunt:
nobis, cum semel occidit brevis lux,
nox est perpetua una dormienda.
da mi basia mille, deinde centum,
dein mille altera, dein secunda centum,
deinde usque altera mille, deinde centum,
dein, cum milia multa fecerimus,
conturbabimus illa, ne sciamus,
aut ne quis malus invidere possit,
cum tantum sciat esse basiorum.
Φλάβιε, τη γλυκιά σου, στον Κάτουλλο,
αν δεν ήταν άχαρη κι ακαλαίσθητη,
θα ήθελες να τη μαρτυρήσεις, δε θα μπορούσες να σωπάσεις.
Μα κάποια πυρετώδη κι αρρωστιάρικη
πόρνη αγαπάς: ντρέπεσαι να τ’ ομολογήσεις.
Γιατί πως δεν κοιμάσαι μοναχός τις νύχτες
το φωνάζει, μάταια βουβό, το κρεβάτι,
που ευωδιάζει από στεφάνια και μύρο συριακό,
κι απ’ τα μαξιλάρια, το ένα κι άλλο, το ίδιο
ζουληγμένα, κι απ’ του τρεμουλιαστού κρεβατιού
το τρίξιμο κι από δω κι από κει σεργιάνισμα.
Γιατί τίποτα, τίποτα δεν ωφελεί να κρύβεις τις ξεδιαντροπιές.
Γιατί; Δε θα ’δειχνες τα λαγόνια σου τόσο ξεθεωμένα,
αν δεν έκανες κάτι από τις τρέλες αυτές.
Γι’ αυτό, ό,τι έχεις καλό και κακό,
πες μας: θέλω εσένα και τους έρωτές σου
στον ουρανό ν’ ανεβάσω με κομψό στίχο.
Flavi, delicias tuas Catullo,
ni sint inlepidae atque inelegantes,
velles dicere, nec tacere posses.
verum nescio quid febriculosi
scorti diligis: hoc pudet fateri.
nam te non viduas iacere noctes
nequiquam tacitum cubile clamat
sertis ac Syrio fragrans olivo,
pulvinusque peraeque et hic et ille
attritus, tremulique quassa lecti
argutatio inambulatioque.
nam nil stupra valet, nihil, tacere.
cur? non tam latera ecfututa pandas,
ni tu quid facias ineptiarum.
quare, quidquid habes boni malique,
dic nobis: volo te ac tuos amores
ad caelum lepido vocare versu.
Ρωτάς πόσα φιλήματα δικά σου,
Λεσβία, μου φτάνουν και μου περισσεύουν.
Όσο μεγάλο είναι το πλήθος της λιβυκής άμμου
που κείτεται στην Κυρήνη την πλούσια σε λάσερπι,
ανάμεσα στο μαντείο του φλογερού Δία
και στον ιερό τάφο του αρχαίου Βάττου,
ή όσα άστρα, σαν σωπαίνει η νύχτα,
βλέπουν τους κρυφούς έρωτες των ανθρώπων —
τόσα πολλά φιλιά να σε φιλήσω
φτάνει και περισσεύει στον τρελό τον Κάτουλλο,
που μήτε οι περίεργοι να μετρήσουν
μπορούν, μήτε κακή γλώσσα να βασκάνει.
Quaeris quot mihi basiationes
tuae, Lesbia, sint satis superque.
quam magnus numerus Libyssae harenae
laserpiciferis iacet Cyrenis,
oraclum Iovis inter aestuosi
et Batti veteris sacrum sepulcrum,
aut quam sidera multa, cum tacet nox,
furtivos hominum vident amores,
tam te basia multa basiare
vesano satis et super Catullo est,
quae nec pernumerare curiosi
possint nec mala fascinare lingua.
Δύστυχε Κάτουλλε, πάψε να ανοηταίνεις,
κι ό,τι βλέπεις χαμένο θεώρησέ το χαμένο.
Έλαμψαν κάποτε για σένα λαμπροί οι ήλιοι,
όταν πηγαινοερχόσουν όπου σ’ οδηγούσε η κοπέλα,
αγαπημένη από μας όσο καμιά δε θ’ αγαπηθεί.
Εκεί γίνονταν τότε εκείνα τα πολλά παιχνίδια,
που εσύ τα ήθελες κι η κοπέλα δεν τ’ αρνιόταν.
Έλαμψαν αληθινά για σένα λαμπροί οι ήλιοι.
Τώρα πια εκείνη δε θέλει: κι εσύ, ανήμπορε, μη θέλεις,
μήτε ό,τι φεύγει κυνηγάς, μήτε δυστυχισμένος ζεις,
μα με πείσμα στο μυαλό κράτα, βάσταξε.
Έχε γεια, κοπέλα! Ο Κάτουλλος πια βαστάει,
δε θα σε γυρέψει μήτε θα σε παρακαλέσει, την απρόθυμη:
μα εσύ θα πονέσεις, όταν κανείς δε θα σε γυρεύει.
Άθλια, αλίμονό σου! Τι ζωή σε περιμένει!
Ποιος τώρα θα σε πλησιάσει; Σε ποιον θα φανείς ωραία;
Ποιον τώρα θ’ αγαπήσεις; Τίνος θα λες πως είσαι;
Ποιον θα φιλήσεις; Ποιανού τα χείλη θα δαγκώσεις;
Μα εσύ, Κάτουλλε, αποφασισμένος βάσταξε.
Miser Catulle, desinas ineptire,
et quod vides perisse perditum ducas.
fulsere quondam candidi tibi soles,
cum ventitabas quo puella ducebat
amata nobis quantum amabitur nulla.
ibi illa multa tum iocosa fiebant,
quae tu volebas nec puella nolebat.
fulsere vere candidi tibi soles.
nunc iam illa non vult: tu quoque, impotens, noli,
nec quae fugit sectare, nec miser vive,
sed obstinata mente perfer, obdura.
vale, puella! iam Catullus obdurat,
nec te requiret nec rogabit invitam:
at tu dolebis, cum rogaberis nulla.
scelesta, vae te! quae tibi manet vita!
quis nunc te adibit? cui videberis bella?
quem nunc amabis? cuius esse diceris?
quem basiabis? cui labella mordebis?
at tu, Catulle, destinatus obdura.
Βεράνιε, απ’ όλους μου τους φίλους
που στέκεσαι για μένα πάνω από τρακόσιες χιλιάδες,
ήρθες λοιπόν στο σπίτι, στους δικούς σου εφέστιους,
στα ομόψυχά σου αδέρφια και στη γερόντισσα μάνα;
Ήρθες! Ω για μένα ευτυχισμένα νέα!
Θα σε δω γερό και θ’ ακούσω για τους Ίβηρες
να διηγείσαι τόπους, έργα, έθνη,
όπως το συνηθίζεις, και σφίγγοντας τον λαιμό σου
θα φιλήσω το χαριτωμένο στόμα και τα μάτια σου.
Ω, όσοι υπάρχετε άνθρωποι πιο ευτυχισμένοι,
ποιος είναι πιο χαρούμενος κι ευτυχής από μένα;
Verani, omnibus e meis amicis
antistans mihi milibus trecentis,
venistine domum ad tuos penates
fratresque unanimos anumque matrem?
venisti! o mihi nuntii beati!
visam te incolumem audiamque Hiberum
narrantem loca, facta, nationes,
ut mos est tuus, applicansque collum
iucundum os oculosque saviabor.
o, quantum est hominum beatiorum,
quid me laetius est beatiusve?
Ο Βάρος με τράβηξε, όπως χάζευα στην αγορά,
να δω τη νέα του αγαπημένη,
μια πορνούλα, όπως μου φάνηκε τότε ξαφνικά,
όχι δα κι άχαρη μήτε άνοστη.
Μόλις φτάσαμε εκεί, πέσαμε σε
κουβέντες διάφορες, κι ανάμεσά τους τι να ήταν
τώρα η Βιθυνία, πώς τα πήγαινε,
κι αν μου απόφερε καθόλου χρήμα.
Απάντησα ό,τι ήταν αλήθεια: πως τίποτα ούτε στους ίδιους
τους πραίτορες ούτε στη συνοδεία δεν έμεινε,
που να γυρίσει κανείς με πιο αλειμμένο κεφάλι,
προπάντων όσοι είχαν πραίτορα ξετσίπωτο,
που ούτε για τρίχα δε λογάριαζε τη συνοδεία του.
«Μα σίγουρα, όμως», λένε, «εκείνο που εκεί
λένε πως γεννιέται, θ’ αγόρασες:
ανθρώπους για φορείο.» Εγώ, για να δείξω στην κοπέλα
πως ήμουν πιο ευτυχισμένος απ’ τους άλλους,
«Δεν ήταν», λέω, «τόσο άσχημα για μένα,
ώστε, μ’ όλο που μου έλαχε κακή επαρχία,
να μη μπορέσω οχτώ ανθρώπους ίσιους ν’ αγοράσω.»
Μα εγώ κανέναν δεν είχα, ούτε εδώ ούτε εκεί,
που το σπασμένο πόδι ενός παλιού κρεβατιού
στον σβέρκο του να μπορεί να βάλει.
Εκεί εκείνη, σαν να ’ταν πιο ξεδιάντροπη,
«Σε παρακαλώ», λέει, «Κάτουλλέ μου, για λίγο
δάνεισέ μου τους: γιατί θέλω στον Σέραπι
να με πάνε.» «Στάσου», λέω στην κοπέλα,
«εκείνο που είπα μόλις τώρα πως έχω,
μου ξέφυγε ο λογαριασμός: ο σύντροφός μου
ο Γάιος Κίννας είναι· εκείνος τους αγόρασε.
Μα, δικοί του ή δικοί μου, τι με νοιάζει;
Τους χρησιμοποιώ τόσο καλά, σαν να τους είχα αγοράσει.
Όμως εσύ ανοστόσουρτη ζεις κι ενοχλητική,
που δεν αφήνεις κανέναν να είναι απρόσεχτος.»
Varus me meus ad suos amores
visum duxerat e foro otiosum,
scortillum, ut mihi tunc repente visum est,
non sane inlepidum neque invenustum.
huc ut venimus, incidere nobis
sermones varii, in quibus, quid esset
iam Bithynia, quo modo se haberet,
ecquonam mihi profuisset aere.
respondi id quod erat, nihil neque ipsis
nec praetoribus esse nec cohorti,
cur quisquam caput unctius referret,
praesertim quibus esset irrumator
praetor nec faceret pili cohortem.
at certe tamen, inquiunt, quod illic
natum dicitur esse comparasti,
ad lecticam homines. ego, ut puellae
unum me facerem beatiorem,
non, inquam, mihi tam fuit maligne,
ut, provincia quod mala incidisset,
non possem octo homines parare rectos.
at mi nullus erat neque hic neque illic
fractum qui veteris pedem grabati
in collo sibi conlocare posset.
hic illa, ut decuit cinaediorem,
quaeso, inquit, mihi, mi Catulle, paulum
istos commoda: nam volo ad Sarapim
deferri. Mane, inquii puellae,
istud quod modo dixeram, me habere,
fugit me ratio: meus sodalis
Cinna est Gaius; is sibi paravit.
verum, utrum illius an mei, quid ad me?
utor tam bene quam mihi pararim.
sed tu insulsa male et molesta vivis,
per quam non licet esse neglegentem.
Φούριε κι Αυρήλιε, σύντροφοι του Κάτουλλου,
είτε στους έσχατους Ινδούς θα φτάσει,
όπου η ακτή απ’ το κύμα το ανατολικό
δέρνεται μακρόσυρτο,
είτε στους Υρκανούς ή στους μαλθακούς Άραβες,
ή στους Σάκες ή στους τοξοφόρους Πάρθους,
είτε στα πέλαγα που ο εφτάδιπλος
Νείλος τα βάφει,
είτε πέρα απ’ τις ψηλές τις Άλπεις θα διαβεί
βλέποντας τα μνημεία του μεγάλου Καίσαρα,
τον γαλατικό Ρήνο, το φριχτό πέλαγο, και τους έσχατους
Βρετανούς,
όλα ετούτα, ό,τι κι αν φέρει η θέληση
των ουρανίων, έτοιμοι μαζί μου ν’ αντιμετωπίσετε —
λίγα μηνύστε στην κοπέλα μου
λόγια όχι καλά.
Ας ζει κι ας ευτυχεί με τους εραστές της,
που τους κρατά αγκαλιά τρακόσιους μαζί,
κανέναν αληθινά μη αγαπώντας, μα ξανά και ξανά όλων
τα λαγόνια σπάζοντας·
κι ας μην κοιτάξει, όπως πριν, τη δική μου αγάπη,
που έπεσε με φταίξιμο δικό της, σαν λουλούδι
στην άκρη του λιβαδιού, αφότου, καθώς περνούσε,
τ’ άγγιξε το αλέτρι.
Furi et Aureli, comites Catulli,
sive in extremos penetrabit Indos,
litus ut longe resonante Eoa
tunditur unda,
sive in Hyrcanos Arabasve molles,
seu Sacas sagittiferosve Parthos,
sive quae septemgeminus colorat
aequora Nilus,
sive trans altas gradietur Alpes
Caesaris visens monimenta magni,
Gallicum Rhenum, horribile aequor, ulti-
mosque Britannos,
omnia haec, quaecumque feret voluntas
caelitum, temptare simul parati,
pauca nuntiate meae puellae
non bona dicta.
cum suis vivat valeatque moechis,
quos simul complexa tenet trecentos,
nullum amans vere, sed identidem omnium
ilia rumpens;
nec meum respectet, ut ante, amorem,
qui illius culpa cecidit velut prati
ultimi flos, praetereunte postquam
tactus aratro est.
Ασίνιε Μαρρουκίνε, το αριστερό σου χέρι
δεν το χρησιμοποιείς όμορφα στ’ αστείο και στο κρασί:
κλέβεις τα μαντίλια των πιο απρόσεχτων.
Νομίζεις πως αυτό είναι έξυπνο; Ξεγελιέσαι, ανόητε!
Όσο πρόστυχο κι άχαρο πράγμα κι αν είναι.
Δεν με πιστεύεις; Πίστεψε τον Πολλίωνα
τον αδερφό σου, που τις κλοπές σου ακόμη και με τάλαντο
θα ήθελε ν’ αγοράσει· γιατί είναι της χάρης
γνώστης παιδί και της ευτραπελίας.
Γι’ αυτό, ή περίμενε τρακόσιους ενδεκασύλλαβους,
ή στείλε μου πίσω το μαντίλι,
που δε με νοιάζει για την αξία του,
μα είναι ενθύμιο του συντρόφου μου.
Γιατί μαντίλια σαετάβικα απ’ τους Ίβηρες
μου έστειλαν δώρο ο Φάβουλλος
κι ο Βεράνιος: αυτά ανάγκη να τ’ αγαπώ,
όπως και τον Βεράνιό μου και τον Φάβουλλο.
Marrucine Asini, manu sinistra
non belle uteris in ioco atque vino:
tollis lintea neglegentiorum.
hoc salsum esse putas? fugit te, inepte!
quamvis sordida res et invenusta est
non credis mihi?crede Pollioni
fratri, qui tua furta vel talento
mutari velit; est enim leporum
disertus puer ac facetiarum.
quare aut hendecasyllabos trecentos
exspecta, aut mihi linteum remitte,
quod me non movet aestimatione,
verum est mnemosynum mei sodalis.
nam sudaria Saetaba ex Hiberis
miserunt mihi muneri Fabullus
et Veranius: haec amem necesse est
et Veraniolum meum et Fabullum.
Θα δειπνήσεις καλά, Φάβουλλέ μου, σπίτι μου
σε λίγες μέρες, αν οι θεοί σε ευνοήσουν,
αν φέρεις μαζί σου καλό και πλούσιο
δείπνο, όχι δίχως λαμπερή κοπέλα
και κρασί κι ευθυμία κι όλα τα γέλια.
Αυτά αν, λέω, φέρεις, χαριτωμένε μας,
θα δειπνήσεις καλά· γιατί του Κάτουλλού σου
το πουγκί είναι γεμάτο αράχνες.
Μα σε αντάλλαγμα θα λάβεις σκέτους έρωτες
ή ό,τι πιο γλυκό κι εκλεπτυσμένο υπάρχει:
γιατί θα σου δώσω μύρο, που στην κοπέλα μου
το χάρισαν οι Αφροδίτες κι οι Έρωτες,
που, σαν το μυρίσεις, θα παρακαλέσεις τους θεούς
να σε κάνουν, Φάβουλλε, όλον μύτη.
Cenabis bene, mi Fabulle, apud me
paucis, si tibi di favent, diebus,
si tecum attuleris bonam atque magnam
cenam, non sine candida puella
et vino et sale et omnibus cachinnis.
haec si, inquam, attuleris, venuste noster
cenabis bene; nam tui Catulli
plenus sacculus est aranearum.
sed contra accipies meros amores
seu quid suavius elegantiusve est:
nam unguentum dabo, quod meae puellae
donarunt Veneres Cupidinesque,
quod tu cum olfacies, deos rogabis
totum ut te faciant, Fabulle, nasum.
Αν δε σ’ αγαπούσα πιο πολύ κι απ’ τα μάτια μου,
γλυκύτατε Κάλβε, γι’ αυτό το δώρο
θα σε μισούσα με μίσος βατινιανό:
γιατί τι έκανα εγώ ή τι είπα,
που να με ξεπαστρέψεις με τόσους κακούς ποιητές;
Ας δώσουν οι θεοί πολλά κακά σ’ εκείνον τον πελάτη
που τόσους ασεβείς σου έστειλε.
Κι αν, όπως υποπτεύομαι, αυτό το καινούργιο, φρέσκο
δώρο σού το δίνει ο Σύλλας ο γραμματοδιδάσκαλος,
δε μου κακοπέφτει, μα καλό και τυχερό μού είναι,
που δεν πάνε χαμένοι οι κόποι σου.
Θεοί μεγάλοι, τι φρικτό κι ανόσιο βιβλιαράκι,
που εσύ, εννοείται, στον Κάτουλλό σου
έστειλες, για να πεθάνει την ίδια μέρα,
τα Σατουρνάλια, την καλύτερη των ημερών!
Όχι, όχι, δεν θα σου περάσει έτσι, δόλιε:
γιατί, σαν ξημερώσει, στων βιβλιοπωλών
τα ράφια θα τρέξω, τους Καίσιους, τους Ακίνιους,
τον Σουφφηνό, όλα τα φαρμάκια θα μαζέψω,
και μ’ αυτά τα βασανιστήρια θα σ’ ανταμείψω.
Εσείς στο μεταξύ, έχετε γεια, φύγετε
εκεί απ’ όπου φέρατε το κακό σας πόδι,
συμφορές της εποχής, κάκιστοι ποιητές.
Ni te plus oculis meis amarem,
iucundissime Calve, munere isto
odissem te odio Vatiniano:
nam quid feci ego quidve sum locutus,
cur me tot male perderes poetis?
isti di mala multa dent clienti
qui tantum tibi misit impiorum.
quod si, ut suspicor, hoc novum ac repertum
munus dat tibi Sulla litterator,
non est mi male, sed bene ac beate,
quod non dispereunt tui labores.
di magni, horribilem et sacrum libellum,
quem tu scilicet ad tuum Catullum
misti, continuo ut die periret,
Saturnalibus, optimo dierum!
non, non hoc tibi, false, sic abibit:
nam, si luxerit, ad librariorum
curram scrinia, Caesios, Aquinos,
Suffenum, omnia colligam venena,
ac te his suppliciis remunerabor.
vos hinc interea valete, abite
illuc unde malum pedem attulistis,
saecli incommoda, pessimi poetae.
Αν κάποιοι τυχόν των δικών μου ανοησιών
αναγνώστες γίνετε, και τα χέρια σας
δε θ’ αποτραβήξετε από το ν’ απλωθούν σ’ εμάς,
Si qui forte mearum ineptiarum
lectores eritis manusque vestras
non horrebitis admovere nobis,
Σου εμπιστεύομαι τον εαυτό μου και τους έρωτές μου,
Αυρήλιε. Ζητώ μια χάρη σεμνή,
ώστε, αν κάτι με την ψυχή σου πόθησες ποτέ
που να το γύρευες αγνό κι ανέγγιχτο,
να μου φυλάξεις σεμνά το αγόρι,
δε λέω απ’ τον κόσμο: δε φοβούμαι διόλου
εκείνους που στην πλατεία πότε εδώ πότε εκεί
περνούν, με τις δικές τους δουλειές απασχολημένοι·
από σένα τρέμω και το πέος σου,
εχθρικό στ’ αγόρια, καλά και κακά.
Εκείνο κούνα το όπου θέλεις κι όπως θέλεις,
όσο επιθυμείς, όταν είναι έξω έτοιμο:
τούτο μόνο εξαιρώ, σεμνά, θαρρώ.
Μα αν κακός νους και τρελή μανία
σε σπρώξει, δόλιε, σε τόσο μεγάλο κρίμα,
ώστε με δόλους το κεφάλι μας να προσβάλεις,
αχ τότε δυστυχία σ’ εσένα και κακή σου μοίρα,
που, με τραβηγμένα τα πόδια, απ’ την ανοιχτή την πόρτα
θα σε διαπεράσουν ραπάνια και κέφαλοι.
Commendo tibi me ac meos amores,
Aureli. Veniam peto pudentem,
ut, si quicquam animo tuo cupisti
quod castum expeteres et integellum,
conserves puerum mihi pudice,
non dico a populo: nihil veremur
istos qui in platea modo huc modo illuc
in re praetereunt sua occupati;
verum a te metuo tuoque pene
infesto pueris bonis malisque.
quem tu qua libet, ut libet moveto
quantum vis, ubi erit foris paratum:
hunc unum excipio, ut puto, pudenter.
quod si te mala mens furorque vecors
in tantam impulerit, sceleste, culpam,
ut nostrum insidiis caput lacessas,
ah tum te miserum malique fati,
quem attractis pedibus patente porta
percurrent raphanique mugilesque.
Θα σας γαμήσω από πίσω και θα σας βάλω στο στόμα,
Αυρήλιε παθιάρη και ξεδιάντροπε Φούριε,
που από τους στιχάκια μου με κρίνατε,
επειδή είναι μαλθακά, λίγο σεμνό.
Γιατί πρέπει ν’ αγνός να είναι ο ευσεβής ποιητής
ο ίδιος, μα οι στίχοι του δεν είναι ανάγκη·
που μόνο τότε έχουν αλάτι και χάρη,
αν είναι μαλθακοί και λίγο σεμνοί
κι αυτό που ερεθίζει μπορούν να ξεσηκώσουν,
δε λέω στ’ αγόρια, μα σ’ αυτούς τους τριχωτούς,
που δε μπορούν να κουνήσουν τη σκληρή τους μέση.
Εσείς, επειδή χιλιάδες πολλά φιλιά
διαβάσατε, με νομίζετε λιγότερο άντρα;
Θα σας γαμήσω από πίσω και θα σας βάλω στο στόμα.
Pedicabo ego vos et irrumabo,
Aureli pathice et cinaede Furi,
qui me ex versiculis meis putastis,
quod sunt molliculi, parum pudicum.
nam castum esse decet pium poetam
ipsum, versiculos nihil necesse est,
qui tum denique habent salem ac leporem,
si sunt molliculi ac parum pudici
et quod pruriat incitare possunt,
non dico pueris, sed his pilosis,
qui duros nequeunt movere lumbos.
vos quod milia multa basiorum
legistis, male me marem putatis?
pedicabo ego vos et irrumabo.
Ω Κολωνία, που ποθείς να παίξεις σε μακριά γέφυρα,
κι έτοιμη είσαι να χορέψεις, μα φοβάσαι τα άχρηστα
σκέλια της γεφυρούλας, στημένα σε σανίδια ξαναφτιαγμένα,
μήπως ανάσκελα γείρει και βυθιστεί στον κούφιο βάλτο,
μακάρι καλή γέφυρα να σου γίνει κατά την επιθυμία σου,
πάνω στην οποία και του Σαλισούβσιλου τα ιερά να τελούνται·
τούτη τη χάρη δώσε μου, Κολωνία, του πιο μεγάλου γέλιου.
Έναν συμπολίτη μου θέλω απ’ τη γέφυρά σου
να πέσει με το κεφάλι στη λάσπη, μπρούμυτα, κεφάλι και πόδια,
εκεί ακριβώς όπου όλης της λίμνης και του βρομερού βάλτου
είναι το πιο μαυριδερό και το πιο βαθύ βαραθρώδες.
Ανοητότατος είναι ο άνθρωπος, ούτε τόσο μυαλό έχει όσο παιδί
δίχρονο που κοιμάται στην τρεμουλιαστή αγκαλιά του πατέρα του:
μ’ όλο που έχει παντρευτεί κοπέλα στο πιο χλωρό της άνθος
(κι είναι η κοπέλα πιο τρυφερή απ’ το πιο απαλό κατσικάκι,
πιο άξια να φυλάγεται κι απ’ τα πιο μαύρα τα σταφύλια),
την αφήνει να παίζει όπως θέλει, ούτε για τρίχα τη λογαριάζει,
ούτε σηκώνεται απ’ τη δική του μεριά, μα σαν σκλήθρα
που κείτεται σε χαντάκι, κομμένη απ’ το λιγυρικό τσεκούρι,
νιώθοντας τα πάντα τόσο, σαν να μην υπήρχε τίποτε πουθενά:
τέτοιος είναι ο δικός μου βλάκας, τίποτα δε βλέπει, τίποτα δεν ακούει,
ούτε ποιος είναι, αν είναι ή δεν είναι, μήτε αυτό δεν το γνωρίζει.
Τώρα θέλω απ’ τη γέφυρά σου να τον ρίξω μπρούμυτα,
μήπως ξάφνου ξυπνήσει τη βλακώδη νάρκη του
και την ανάσκελη ψυχή του αφήσει μες στο βαρύ το βούρκο,
όπως αφήνει το σιδερένιο πέταλο η μούλα στο επίμονο βάραθρο.
O Colonia, quae cupis ponte ludere longo,
et salire paratum habes, sed vereris inepta
crura ponticuli assulis stantis in redivivis,
ne supinus eat cavaque in palude recumbat,
sic tibi bonus ex tua pons libidine fiat,
in quo vel Salisubsili sacra suscipiantur,
munus hoc mihi maximi da, Colonia, risus.
quendam municipem meum de tuo volo ponte
ire praecipitem in lutum per caputque pedesque,
verum totius ut lacus putidaeque paludis
lividissima maximeque est profunda vorago.
insulsissimus est homo, nec sapit pueri instar
bimuli tremula patris dormientis in ulna:
cui cum sit viridissimo nupta flore puella
(et puella tenellulo delicatior haedo,
adservanda nigerrimis diligentius uvis),
ludere hanc sinit ut libet, nec pili facit uni,
nec se sublevat ex sua parte, sed velut alnus
in fossa Liguri iacet suppernata securi,
tantundem omnia sentiens quam si nulla sit usquam
talis iste meus stupor nil videt, nihil audit,
ipse qui sit, utrum sit an non sit, id quoque nescit.
nunc eum volo de tuo ponte mittere pronum,
si pote stolidum repente excitare veternum
et supinum animum in gravi derelinquere caeno,
ferream ut soleam tenaci in voragine mula.
Αυρήλιε, πατέρα των πείνας,
όχι μόνο ετούτων, μα όσων ή υπήρξαν
ή είναι ή σε άλλα χρόνια θα υπάρξουν,
ποθείς να γαμήσεις από πίσω τους έρωτές μου.
Κι όχι κρυφά: γιατί μαζί είσαι, μαζί αστειεύεσαι,
κολλημένος στο πλευρό, τα πάντα δοκιμάζεις.
Μάταια: γιατί, καθώς μου στήνεις παγίδα,
θα σε βάλω πρώτος στο στόμα.
Κι αν το ’κανες χορτάτος, θα σωπούσα:
τώρα όμως αυτό ακριβώς με πονά, που ο μικρός μου
θα μάθει, αχ αλί μου, να πεινά και να διψά.
Γι’ αυτό πάψε, όσο μπορείς αγνός,
μήπως πάρεις τέλος, μα βαλμένος στο στόμα.
Aureli, pater esuritionum,
non harum modo, sed quot aut fuerunt
aut sunt aut aliis erunt in annis,
pedicare cupis meos amores.
nec clam: nam simul es, iocaris una,
haerens ad latus omnia experiris.
frustra: nam insidias mihi instruentem
tangam te prior irrumatione.
atque id si faceres satur, tacerem:
nunc ipsum id doleo, quod esurire,
ah me me, puer et sitire discet.
quare desine, dum licet pudico,
ne finem facias, sed irrumatus.
Αυτός ο Σουφφηνός, Βάρε, που καλά τον ξέρεις,
είναι άνθρωπος χαριτωμένος κι ευφυής και κοσμικός,
κι ο ίδιος γράφει μακράν τους περισσότερους στίχους.
Θαρρώ πως έχει καμιά δεκαριά χιλιάδες ή και παραπάνω
γραμμένους, κι όχι, όπως συνηθίζεται, σε παλίμψηστο
καταχωρισμένους: χαρτιά βασιλικά, καινούργια βιβλία,
καινούργια στελέχη, κορδέλες, κόκκινη μεμβράνη,
όλα χαραγμένα με μολύβι και με ελαφρόπετρα ισιωμένα.
Όταν αυτά τα διαβάσεις, εκείνος ο ωραίος κι ο κοσμικός
ο Σουφφηνός σαν βοσκός ή σκαφτιάς
ξανά σου φαίνεται: τόσο ξεπέφτει κι αλλάζει.
Τι να το πούμε αυτό; Που μόλις τώρα ήταν καλαμπουρτζής
ή αν κάτι πιο τριμμένο σ’ αυτό φαινόταν,
ο ίδιος γίνεται πιο άξεστος κι απ’ την άξεστη ύπαιθρο,
μόλις αγγίξει τα ποιήματα, κι ούτε ποτέ ο ίδιος
είναι τόσο ευτυχής όσο όταν γράφει ποίημα:
τόσο χαίρεται τον εαυτό του και τόσο τον θαυμάζει.
Δίχως άλλο, όλοι το ίδιο γελιόμαστε, κι ούτε υπάρχει κανείς
που να μη μπορείς σε κάτι να τον δεις Σουφφηνό.
Σε κάθε έναν είναι δοσμένο το δικό του σφάλμα·
μα δε βλέπουμε το σακίδιο που κρέμεται στην πλάτη μας.
Suffenus iste, Vare, quem probe nosti,
homo est venustus et dicax et urbanus,
idemque longe plurimos facit versus.
puto esse ego illi milia aut decem aut plura
perscripta, nec sic, ut fit, in palimpsesto
relata: chartae regiae, novi libri,
novi umbilici, lora, rubra membrana,
derecta plumbo et pumice omnia aequata.
haec cum legas tu, bellus ille et urbanus
Suffenus unus caprimulgus aut fossor
rursus videtur: tantum abhorret ac mutat.
hoc quid putemus esse? Qui modo scurra
aut si quid hac re tritius videbatur,
idem infaceto est infacetior rure
simul poemata attigit, neque idem unquam
aeque est beatus ac poema cum scribit:
tam gaudet in se tamque se ipse miratur.
nimirum idem omnes fallimur, neque est quisquam
quem non in aliqua re videre Suffenum
possis. Suus cuique attributus est error,
sed non videmus manticae quod in tergo est.
Φούριε, που ούτε δούλο έχεις ούτε κασέλα
ούτε κοριό ούτε αράχνη ούτε φωτιά,
μα έχεις και πατέρα και μητριά, που τα δόντια τους
ακόμη και πέτρα μπορούν να φάνε,
όμορφα περνάς με τον γονιό σου
και με την ξύλινη γυναίκα του γονιού σου.
Κι ούτε παράξενο: γιατί καλά είστε όλοι στην υγειά σας,
όμορφα χωνεύετε, τίποτα δε φοβάστε,
όχι πυρκαγιές, όχι βαριά γκρεμίσματα,
όχι ανόσιες κλοπές, όχι δόλους φαρμακιού,
όχι άλλες συμφορές κινδύνων.
Κι όμως, σώματα πιο ξερά κι απ’ το κέρατο,
ή αν κάτι πιο στεγνό υπάρχει, τα ’χετε
απ’ τον ήλιο κι απ’ το κρύο κι απ’ την πείνα.
Πώς να μην είσαι καλά κι ευτυχής;
Από σένα λείπει ο ιδρώτας, λείπει το σάλιο,
κι η μύξα κι η κακή φλέγμα της μύτης.
Σ’ αυτή την καθαριότητα πρόσθεσε κάτι πιο καθαρό:
πως ο πισινός σου είναι πιο αγνός κι απ’ αλατιέρα,
κι ούτε δέκα φορές δε χέζεις σ’ όλο τον χρόνο·
κι είναι πιο σκληρό κι απ’ το κουκί κι απ’ τα χαλίκια,
που, αν το τρίψεις με τα χέρια και το ζυμώσεις,
ποτέ δε θα μπορέσεις το δάχτυλο να λερώσεις.
Αυτά τα τόσο ευτυχή αγαθά, Φούριε,
μην τα περιφρονείς ούτε να τα θεωρείς λίγα,
και τους εκατό σηστέρτιους που συνηθίζεις να ζητιανεύεις
πάψε: γιατί είσαι αρκετά ευτυχής.
Furi, cui neque servus est neque arca
nec cimex neque araneus neque ignis,
verum est et pater et noverca, quorum
dentes vel silicem comesse possunt,
est pulchre tibi cum tuo parente
et cum coniuge lignea parentis.
nec mirum: bene nam valetis omnes,
pulchre concoquitis, nihil timetis,
non incendia, non graves ruinas,
non furta impia, non dolos veneni,
non casus alios periculorum.
atqui corpora sicciora cornu
aut si quid magis aridum est habetis
sole et frigore et esuritione.
quare non tibi sit bene ac beate?
a te sudor abest, abest saliva,
mucusque et mala pituita nasi.
hanc ad munditiem adde mundiorem,
quod culus tibi purior salillo est,
nec toto decies cacas in anno;
atque id durius est faba et lapillis,
quod tu si manibus teras fricesque,
non unquam digitum inquinare possis.
haec tu commoda tam beata, Furi,
noli spernere nec putare parvi,
et sestertia quae soles precari
centum desine: nam satis beatu’s.
Ω εσύ που είσαι το λουλουδάκι των Ιουβεντίων,
όχι μόνο ετούτων, μα όσων ή υπήρξαν
ή έπειτα σε άλλα χρόνια θα υπάρξουν,
θα προτιμούσα τα πλούτη του Μίδα να ’χες δώσει
σ’ εκείνον που ούτε δούλο έχει ούτε κασέλα,
παρά έτσι ν’ αφήνεσαι να σ’ αγαπά.
«Τι; Δεν είναι όμορφος άνθρωπος;» θα πεις. Είναι:
μα ο όμορφος αυτός ούτε δούλο έχει ούτε κασέλα.
Αυτό όσο θέλεις πέτα το και υποτίμησέ το:
κι όμως, ούτε δούλο έχει εκείνος ούτε κασέλα.
O qui flosculus es Iuventiorum,
non horum modo, sed quot aut fuerunt
aut posthac aliis erunt in annis,
mallem divitias Midae dedisses
isti cui neque servus est neque arca,
quam sic te sineres ab illo amari.
quid? Non est homo bellus? inquies. est:
sed bello huic neque servus est neque arca.
hoc tu quam libet abice elevaque:
nec servum tamen ille habet neque arcam.
Ξεδιάντροπε Θάλλε, πιο μαλθακέ κι απ’ την τρίχα του κουνελιού
ή απ’ το μεδούλι της χήνας ή απ’ την άκρη του λοβού του αφτιού
ή απ’ το χαλαρό πέος γέρου κι απ’ την αραχνιασμένη μούχλα,
κι ακόμη, Θάλλε, πιο αρπαχτικέ κι απ’ τη θολή θύελλα,
όταν η θεά σε δείχνει τους χασμουριστούς [;],
γύρισέ μου πίσω τον μανδύα μου που άρπαξες,
και το σαετάβικο μαντίλι και τα θυνικά κεντήματα,
ανόητε, που φανερά τα κρατάς σαν να ’ναι κληρονομιά.
Αυτά τώρα ξεκόλλησέ τα απ’ τα νύχια σου και γύρισέ τα πίσω,
μήπως τα μάλλινα πλευρά σου και τα μαλθακά σου χέρια
τα σημαδέψουν άσχημα καμένα μαστίγια
κι αναστατωθείς αφύσικα σαν μικρό
καράβι πιασμένο σε πέλαγο μεγάλο, με μανιασμένο άνεμο.
Cinaede Thalle, mollior cuniculi capillo
vel anseris medullula vel imula auricilla
vel pene languido senis situque araneoso,
idemque Thalle turbida rapacior procella,
cum † diva mulier aries ostendit oscitantes,
remitte pallium mihi meum quod involasti
sudariumque Saetabum catagraphosque Thynos,
inepte, quae palam soles habere tanquam avita.
quae nunc tuis ab unguibus reglutina et remitte,
ne laneum latusculum manusque mollicellas
inusta turpiter tibi flagella conscribillent,
et insolenter aestues velut minuta magno
deprensa navis in mari vesaniente vento.
Φούριε, η βιλίτσα σας όχι στου Νότου
τις ριπές είναι εκτεθειμένη ούτε στου Ζέφυρου,
ούτε στον άγριο Βοριά ή στον Απηλιώτη,
μα σε δεκαπέντε χιλιάδες και διακόσιους σηστέρτιους.
Ω άνεμε φριχτέ και λοιμικέ!
Furi, villula vestra non ad Austri
flatus opposita est neque ad Favoni
nec saevi Boreae aut Apeliotae,
verum ad milia quindecim et ducentos.
o ventum horribilem atque pestilentem!
Παιδί υπηρέτη του παλιού Φαλέρνου,
γέμισέ μου πιο πικρές τις κούπες,
όπως προστάζει ο νόμος της Ποστουμίας, της δέσποινας,
πιο μεθυσμένης κι απ’ τη μεθυσμένη ρώγα.
Μα εσείς όπου θέλετε φύγετε από δω, νερά,
συμφορά του κρασιού, και στους αυστηρούς
μεταναστεύστε: εδώ ο Θυωνιανός είναι σκέτος.
Minister vetuli puer Falerni
inger mi calices amariores,
ut lex Postumiae iubet magistrae,
ebrioso acino ebriosioris.
at vos quo libet hinc abite, lymphae,
vini pernicies, et ad severos
migrate: hic merus est Thyonianus.
Σύντροφοι του Πίσωνα, άδεια κουστωδία
με τα βολικά και ελαφριά σακίδια,
Βεράνιε άριστε κι εσύ Φάβουλλέ μου,
πώς τα πάτε; Αρκετά μ’ εκείνο
το ξινόκρασο και κρύο και πείνα τραβήξατε;
Μήπως φαίνεται στα τεφτέρια κανένα κερδάκι
σαν έξοδο, όπως σ’ εμένα, που ακολουθώντας
τον πραίτορά μου γράφω το δοσμένο ως κέρδος;
Ω Μέμμιε, καλά και για πολύ, ανάσκελο,
μ’ όλο σου το δοκάρι, αργά με πήδηξες στο στόμα.
Μα, απ’ όσο βλέπω, την ίδια τύχη
είχατε: γιατί με πούτσο όχι μικρότερο
γεμιστήκατε. Ζήτα ευγενείς φίλους!
Μα σ’ εσάς πολλά κακά οι θεοί κι οι θεές
ας δώσουν, ντροπές του Ρωμύλου και του Ρώμου.
Pisonis comites, cohors inanis
aptis sarcinulis et expeditis,
Verani optime tuque mi Fabulle,
quid rerum geritis? Satisne cum isto
vappa frigoraque et famem tulistis?
ecquidnam in tabulis patet lucelli
expensum, ut mihi, qui meum secutus
praetorem refero datum lucello,
o Memmi, bene me ac diu supinum
tota ista trabe lentus irrumasti.
sed, quantum video, pari fuistis
casu: nam nihilo minore verpa
farti estis. pete nobiles amicos.
at vobis mala multa di deaeque
dent, opprobria Romuli Remique.
Ποιος μπορεί να το βλέπει αυτό, ποιος να το ανέχεται,
εξόν αδιάντροπος κι αχόρταγος και χαρτοπαίχτης,
ο Μαμούρρας να έχει ό,τι η μαλλιαρή Γαλατία
είχε πριν κι η έσχατη Βρετανία;
Ξεδιάντροπε Ρωμύλε, αυτά θα τα δεις και θα τ’ ανεχτείς;
Κι εκείνος τώρα υπερήφανος και ξεχειλίζοντας
θα τριγυρνά σ’ όλων τα κρεβάτια
σαν άσπρο περιστεράκι ή σαν Άδωνις;
Ξεδιάντροπε Ρωμύλε, αυτά θα τα δεις και θα τ’ ανεχτείς;
Είσαι αδιάντροπος κι αχόρταγος και χαρτοπαίχτης.
Γι’ αυτό λοιπόν τ’ όνομα, μοναδικέ στρατηγέ,
βρέθηκες στο έσχατο νησί της δύσης,
ώστε εκείνο το ξεγαμημένο σας πέος
διακόσιες ή τριακόσιες φορές να καταβροχθίσει;
Τι άλλο είναι αυτό παρά ανάποδη γενναιοδωρία;
Λίγα σπατάλησε ή λίγα κατασπατάλησε;
Πρώτα τα πατρικά αγαθά κατασπαράχτηκαν·
δεύτερο το ποντικό λάφυρο· έπειτα τρίτο
το ιβηρικό, που το ξέρει ο χρυσοφόρος ποταμός Τάγος.
Τώρα τον φοβούνται η Γαλατία κι η Βρετανία.
Γιατί θάλπετε αυτόν τον κακό; Ή τι μπορεί ετούτος
παρά αλειμμένες κληρονομιές να καταβροχθίζει;
Γι’ αυτό λοιπόν τ’ όνομα, ω πλουσιότατοι της πόλης,
πεθερέ και γαμπρέ, τα καταστρέψατε όλα;
Quis hoc potest videre, quis potest pati,
nisi impudicus et vorax et aleo,
Mamurram habere quod comata Gallia
habebat ante et ultima Britannia?
Cinaede Romule, haec videbis et feres?
et ille nunc superbus et superfluens
perambulabit omnium cubilia
ut albulus columbus aut Adoneus?
cinaede Romule, haec videbis et feres?
es impudicus et vorax et aleo.
eone nomine, imperator unice,
fuisti in ultima occidentis insula,
ut ista vestra diffututa mentula
ducenties comesset aut trecenties?
quid est alid sinistra liberalitas?
parum expatravit an parum elluatus est?
paterna prima lancinata sunt bona;
secunda praeda Pontica; inde tertia
Hibera, quam scit amnis aurifer Tagus.
nunc Galliae timetur et Britanniae.
quid hunc malum fovetis? aut quid hic potest
nisi uncta devorare patrimonia?
eone nomine † urbis opulentissime
socer generque, perdidistis omnia?
Άλφενε, ξεχασιάρη και σ’ ομόψυχους συντρόφους δόλιε,
τώρα πια δε λυπάσαι διόλου, σκληρέ, τον γλυκό σου φιλαράκο;
Τώρα πια να με προδώσεις, τώρα δε διστάζεις να μ’ απατήσεις, άπιστε;
Κι ούτε οι ανόσιες πράξεις των δόλιων ανθρώπων αρέσουν στους ουρανίους·
αυτά εσύ τ’ αδιαφορείς, κι εμένα τον δύστυχο μ’ εγκαταλείπεις στα δεινά.
Αλίμονο, τι να κάνουν, πες μου, οι άνθρωποι, ή σε ποιον να ’χουν πίστη;
Σίγουρα εσύ με πρόσταζες την ψυχή μου να παραδώσω, άδικε,
βάζοντάς με στον έρωτα, σαν να ήταν όλα ασφαλή για μένα.
Ο ίδιος τώρα τραβιέσαι πίσω, κι όλα σου τα λόγια και τα έργα
τους ανέμους αφήνεις μάταια να τα παίρνουν και τις αέρινες ομίχλες.
Αν εσύ τα ξέχασες, όμως οι θεοί θυμούνται, θυμάται η Πίστη,
που θα σε κάνει αργότερα να μετανιώσεις για την πράξη σου.
Alfene immemor atque unanimis false sodalibus,
iam te nil miseret, dure, tui dulcis amiculi?
iam me prodere, iam non dubitas fallere, perfide?
nec facta impia fallacum hominum caelicolis placent;
quae tu neglegis, ac me miserum deseris in malis.
eheu, quid faciant, dic, homines, cuive habeant fidem?
certe tute iubebas animam tradere, inique, me
inducens in amorem, quasi tuta omnia mi forent.
idem nunc retrahis te ac tua dicta omnia factaque
ventos irrita ferre ac nebulas aerias sinis.
si tu oblitus es, at di meminerunt, meminit Fides,
quae te ut paeniteat postmodo facti faciet tui.
Σιρμιώνη, ματάκι των χερσονήσων και των νησιών,
όσα κι αν σε λίμνες διάφανες
και στο πλατύ πέλαγο φέρνει ο ένας κι ο άλλος Ποσειδώνας,
πόσο ευχάριστα και πόσο χαρούμενος σε βλέπω,
μόλις που πιστεύω κι εγώ ο ίδιος πως τη Θυνία και τους Βιθυνούς
κάμπους άφησα και σε βλέπω ασφαλής!
Ω, τι πιο ευτυχισμένο απ’ τις λυμένες έγνοιες,
όταν ο νους αποθέτει το φορτίο, και κουρασμένοι
από ξένο μόχθο φτάνουμε στο σπιτικό μας
κι αναπαυόμαστε στο ποθητό κρεβάτι;
Αυτό είναι το μόνο που αξίζει για τόσους κόπους.
Χαίρε, ω χαριτωμένη Σιρμιώνη, και χαρού τον αφέντη σου·
χαρείτε κι εσείς, ω κύματα του λυδικού νερού·
γελάστε, όσα γέλια κι αν υπάρχουν στο σπίτι.
Paene insularum, Sirmio, insularumque
ocelle, quascumque in liquentibus stagnis
marique vasto fert uterque Neptunus,
quam te libenter quamque laetus inviso,
vix mi ipse credens Thyniam atque Bithynos
liquisse campos et videre te in tuto!
o quid solutis est beatius curis,
cum mens onus reponit, ac peregrino
labore fessi venimus larem ad nostrum
desideratoque adquiescimus lecto?
hoc est quod unum est pro laboribus tantis.
salve, o venusta Sirmio, atque ero gaude;
gaudete vosque, o Lydiae lacus undae;
ridete, quidquid est domi cachinnorum.
Παρακαλώ, γλυκιά μου Ιψιθίλλα,
χαρά μου και χάρη μου,
πρόσταξέ με να ’ρθω σ’ εσένα το μεσημέρι.
Κι αν το προστάξεις, βοήθησέ με σ’ αυτό,
να μη μανταλώσει κανείς την πόρτα του κατωφλιού,
μήτε να σου κατέβει να βγεις έξω·
μα σπίτι να μείνεις κι ετοίμασέ μας
εννιά συνεχείς σμιξίματα.
Μα, αν κάτι θα κάνεις, πρόσταξέ το αμέσως:
γιατί φαγωμένος κείτομαι και χορτάτος ανάσκελα
τρυπώ και τον χιτώνα και τον μανδύα.
Amabo, mea dulcis Ipsithilla,
meae deliciae, mei lepores,
iube ad te veniam meridiatum.
et si iusseris illud, adiuvato,
ne quis liminis obseret tabellam,
neu tibi libeat foras abire;
sed domi maneas paresque nobis
novem continuas fututiones.
verum, si quid ages, statim iubeto:
nam pransus iaceo et satur supinus
pertundo tunicamque palliumque.
Ω άριστε των κλεφτών των λουτρών,
Βιβέννιε πατέρα, και ξεδιάντροπε γιε,
(γιατί ο πατέρας με το δεξί το πιο βρόμικο,
ο γιος με τον πιο αχόρταγο πισινό)
γιατί δεν πάτε στην εξορία και στ’ άσχημα ακρογιάλια,
μια και του πατέρα οι αρπαγές
είναι γνωστές στον κόσμο, κι εσύ, γιε, τους τριχωτούς
πισινούς δε μπορείς για μια πεντάρα να πουλήσεις;
O furum optime balneariorum
Vibenni pater, et cinaede fili,
(nam dextra pater inquinatiore,
culo filius est voraciore)
cur non exsilium malasque in oras
itis, quandoquidem patris rapinae
notae sunt populo, et natis pilosas,
fili, non potes asse venditare?
Της Άρτεμης είμαστε στην προστασία,
κορίτσια κι αγόρια αγνά·
την Άρτεμη, αγνά αγόρια
και κορίτσια, ας υμνήσουμε.
Ω κόρη της Λητώς, μεγάλη
γενιά του μεγάλου Δία,
που η μάνα σου κοντά στη δηλιακή
ελιά σ’ απόθεσε,
για να ’σαι δέσποινα των βουνών
και των πράσινων δασών
και των κρυμμένων ρεματιών
και των ηχηρών ποταμών·
εσύ Λευκόθεα λέγεσαι απ’ τις γυναίκες
που πονούν στη γέννα, εσύ Ήρα,
εσύ κραταιά Τριβία, κι απ’ το νόθο σου
φως λέγεσαι Σελήνη.
Εσύ, θεά, με μηνιαία πορεία
μετρώντας τον δρόμο του χρόνου,
τις αγροτικές στέγες του γεωργού
γεμίζεις με καλά καρπών.
Να ’σαι μ’ όποιο όνομα σού αρέσει
αγιασμένη, και του Ρωμύλου
τη γενιά, όπως το συνήθιζες αρχαία,
με καλή σου βοήθεια σώζε.
Dianae sumus in fide
puellae et pueri integri;
Dianam pueri integri
puellaeque canamus.
O Latonia, maximi
magna progenies Iovis,
quam mater prope Deliam
deposivit olivam,
montium domina ut fores
silvarumque virentium
saltuumque reconditorum
amniumque sonantum;
tu Lucina dolentibus
Iuno dicta puerperis,
tu potens Trivia et notho es
dicta lumine Luna.
tu cursu, dea, menstruo
metiens iter annuum
rustica agricolae bonis
tecta frugibus exples.
sis quocumque tibi placet
sancta nomine, Romulique,
antique ut solita es, bona
sospites ope gentem.
Στον τρυφερό ποιητή, στον σύντροφό μου
τον Καικίλιο, θέλω, πάπυρε, να πεις
στη Βερόνα να ’ρθει, αφήνοντας του Νέου
Κώμου τα τείχη και του Λαρίου την ακτή:
γιατί θέλω κάποιες σκέψεις
ενός φίλου, δικού του και δικού μου, ν’ ακούσει.
Γι’ αυτό, αν έχει μυαλό, τον δρόμο θα καταπιεί,
μ’ όλο που η λαμπερή κοπέλα χίλιες φορές,
καθώς φεύγει, θα τον ανακαλεί, και τα χέρια της
και τα δυο στον λαιμό ρίχνοντας θα τον ικετεύει να μείνει,
εκείνη που τώρα, αν μου λένε την αλήθεια,
χάνεται γι’ αυτόν από ακράτητον έρωτα:
γιατί από τη στιγμή που διάβασε την ξεκινημένη
δέσποινα του Δίνδυμου, από τότε της κακομοίρας
φωτιές τρώνε το πιο βαθύ μεδούλι.
Σε συγχωρώ, κοπέλα πιο μορφωμένη
κι απ’ τη Σαπφική Μούσα: γιατί χαριτωμένα
ξεκίνησε ο Καικίλιος τη Μεγάλη Μητέρα.
Poetae tenero, meo sodali
velim Caecilio, papyre, dicas,
Veronam veniat, Novi relinquens
Comi moenia Lariumque litus:
nam quasdam volo cogitationes
amici accipiat sui meique.
quare, si sapiet, viam vorabit,
quamvis candida milies puella
euntem revocet manusque collo
ambas iniciens roget morari,
quae nunc, si mihi vera nuntiantur,
illum deperit impotente amore:
nam quo tempore legit incohatam
Dindymi dominam, ex eo misellae
ignes interiorem edunt medullam.
ignosco tibi, Sapphica puella
Musa doctior: est enim venuste
Magna Caecilio incohata Mater.
Χρονικά του Βολούσιου, χεσμένο χαρτί,
πληρώστε το τάμα για την κοπέλα μου:
γιατί στην ιερή Αφροδίτη και στον Έρωτα
τάχτηκε, αν της γύριζα εγώ πίσω
κι έπαυα ν’ αστράφτω άγριους ιάμβους,
πως τα εκλεκτότερα του χειρότερου ποιητή
γραφτά θα ’δινε στον κουτσό θεό,
να καούν σε ξύλα κακότυχα.
Κι αυτά η κάκιστη κοπέλα είδε
πως τάζει, αστεία κι όμορφα, στους θεούς.
Τώρα, ω γεννημένη απ’ τον γαλάζιο πόντο,
που το ιερό Ιδάλιο και τους ανοιχτούς Ουρίους,
και την Άγκωνα και την καλαμωτή Κνίδο
κατοικείς, και την Αμαθούντα και τους Γόλγους,
και το Δυρράχιο, το πανδοχείο του Αδρία,
δέξου και θεώρησε πληρωμένο το τάμα,
αν δεν είναι άχαρο μήτε άνοστο.
Μα εσείς στο μεταξύ ελάτε στη φωτιά,
γεμάτα αγροικία κι ανοστιά,
Χρονικά του Βολούσιου, χεσμένο χαρτί.
Annales Volusi, cacata charta,
votum solvite pro mea puella:
nam sanctae Veneri Cupidinique
vovit, si sibi restitutus essem
desissemque truces vibrare iambos,
electissima pessimi poetae
scripta tardipedi deo daturam
infelicibus ustilanda lignis.
et hoc pessima se puella vidit
iocose lepide vovere divis.
nunc, o caeruleo creata ponto,
quae sanctum Idalium Uriosque apertos,
quaeque Ancona Cnidumque harundinosam
colis, quaeque Amathunta, quaeque Golgos,
quaeque Durrachium Hadriae tabernam,
acceptum face redditumque votum,
si non inlepidum neque invenustum est.
at vos interea venite in ignem,
pleni ruris et inficetiarum
Annales Volusi, cacata charta.
Λάγνα ταβέρνα κι εσείς οι θαμώνες,
ένατος στύλος απ’ τους πιλοφορεμένους αδερφούς,
νομίζετε πως μόνο εσείς έχετε πέη,
πως μόνο σ’ εσάς επιτρέπεται όσες κοπέλες υπάρχουν
να πηδάτε και τους άλλους να θεωρείτε τράγους;
Ή, επειδή στη σειρά κάθεστε ανόητοι
εκατό ή διακόσιοι, δε νομίζετε πως θα τολμήσω
εγώ μόνος διακόσιους καθισμένους να βάλω στο στόμα;
Και όμως, να το νομίζετε: γιατί όλης της ταβέρνας
το μέτωπο με πέη θα σας το γράψω.
Γιατί η κοπέλα μου, που απ’ την αγκαλιά μου έφυγε,
αγαπημένη όσο καμιά δε θ’ αγαπηθεί,
για την οποία μεγάλοι πόλεμοι πολεμήθηκαν από μένα,
κάθισε εκεί. Αυτήν οι καλοί κι οι ευτυχείς
όλοι αγαπάτε, και μάλιστα, πράγμα ανάξιο,
όλοι οι τιποτένιοι και του δρόμου εραστές·
εσύ πάνω απ’ όλους, ένας απ’ τους μακρομάλληδες,
γιε της γεμάτης κουνέλια Κελτιβηρίας,
Εγνάτιε, που σε κάνει καλό η σκοτεινή γενειάδα
και τα δόντια τριμμένα με ιβηρικά ούρα.
Salax taberna vosque contubernales,
a pilleatis nona fratribus pila,
solis putatis esse mentulas vobis,
solis licere quidquid est puellarum
confutuere et putare ceteros hircos?
an, continenter quod sedetis insulsi
centum an ducenti, non putatis ausurum
me una ducentos irrumare sessores?
atqui putate: namque totius vobis
frontem tabernae sopionibus scribam.
puella nam mi, quae meo sinu fugit,
amata tantum quantum amabitur nulla,
pro qua mihi sunt magna bella pugnata,
consedit istic. hanc boni beatique
omnes amatis, et quidem, quod indignum est,
omnes pusilli et semitarii moechi:
tu praeter omnes une de capillatis,
cuniculosae Celtiberiae fili,
Egnati, opaca quem bonum facit barba
et dens Hibera defricatus urina.
Άσχημα είναι, Κορνίφικε, με τον Κάτουλλό σου,
άσχημα, μα τον Ηρακλή, και βασανιστικά,
και μέρα με τη μέρα κι ώρα με την ώρα όλο και πιο πολύ.
Κι εσύ, με το πιο μικρό και πιο εύκολο πράγμα,
με ποια παρηγορητική κουβέντα τον ανακούφισες;
Θυμώνω μαζί σου. Έτσι τους έρωτές μου;
Λίγα, όσα θέλεις, λόγια παρηγοριάς,
πιο θλιμμένα κι απ’ τα δάκρυα του Σιμωνίδη.
Male est, Cornifici, tuo Catullo,
male est me hercule ei et laboriose,
et magis magis in dies et horas.
quem tu, quod minimum facillimumque est,
qua solatus es adlocutione?
irascor tibi.sic meos amores?
paulum quid libet adlocutionis,
maestius lacrimis Simonideis.
Ο Εγνάτιος, επειδή έχει λευκά δόντια,
χαμογελά σε κάθε ευκαιρία. Αν έρθει στης δίκης
το εδώλιο, όταν ο ρήτορας ξεσηκώνει το κλάμα,
χαμογελά εκείνος. Αν στου ευσεβούς γιου τη φωτιά
θρηνούν, όταν η ορφανή μάνα κλαίει τον μονάκριβο,
χαμογελά εκείνος. Ό,τι κι αν είναι, όπου κι αν είναι,
ό,τι κι αν κάνει, χαμογελά. Έχει αυτή την αρρώστια,
όχι κομψή, θαρρώ, μήτε κοσμική.
Γι’ αυτό πρέπει να σε συμβουλέψω, καλέ Εγνάτιε.
Αν ήσουν κοσμικός ή Σαβίνος ή Τιβούρτιος
ή λιτός Ούμβρος ή παχύς Ετρούσκος
ή Λανουβίνος μαύρος και δοντάς
ή Τρανσπαδανός, για ν’ αγγίξω και τους δικούς μου,
ή όποιος πλένει καθαρά τα δόντια του,
και πάλι δε θα ήθελα να χαμογελάς σε κάθε ευκαιρία·
γιατί από ανόητο γέλιο τίποτα ανοητότερο δεν υπάρχει.
Τώρα είσαι Κελτίβηρας: στην κελτιβηρική γη,
ό,τι ο καθένας κατούρησε, μ’ αυτό συνηθίζει το πρωί
να τρίβει τα δόντια και τα κόκκινα τα ούλα του,
ώστε όσο πιο γυαλισμένο είναι το δικό σας δόντι,
τόσο πιο πολλά ούρα να φανερώνει πως ήπιες.
Egnatius, quod candidos habet dentes,
renidet usque quaque.si ad rei ventum est
subsellium, cum orator excitat fletum,
renidet ille. si ad pii rogum fili
lugetur, orba cum flet unicum mater,
renidet ille.quidquid est, ubicumque est,
quodcumque agit, renidet.hunc habet morbum
neque elegantem, ut arbitror, neque urbanum.
quare monendum est te mihi, bone Egnati.
si urbanus esses aut Sabinus aut Tiburs
aut parcus Umber aut obesus Etruscus
aut Lanuvinus ater atque dentatus
aut Transpadanus, ut meos quoque attingam,
aut qui libet qui puriter lavit dentes,
tamen renidere usque quaque te nollem;
nam risu inepto res ineptior nulla est.
nunc Celtiber es: Celtiberia in terra,
quod quisque minxit, hoc sibi solet mane
dentem atque russam defricare gingivam,
ut quo iste vester expolitior dens est,
hoc te amplius bibisse praedicet loti.
Ποιος κακός νους, κακόμοιρε Ραβίδε,
σε σπρώχνει με το κεφάλι στους ιάμβους μου;
Ποιος θεός, άσχημα από σένα καλεσμένος,
ετοιμάζεται τρελό καβγά ν’ ανάψει;
Ή μήπως για να ’ρθεις στα στόματα του κόσμου;
Τι θέλεις; Ποθείς όπως-όπως να γίνεις γνωστός;
Θα γίνεις, μια και τους έρωτές μου
θέλησες ν’ αγαπήσεις με μακρόχρονη ποινή.
Quaenam te mala mens, miselle Ravide,
agit praecipitem in meos iambos?
quis deus tibi non bene advocatus
vecordem parat excitare rixam?
an ut pervenias in ora vulgi?
quid vis? qua libet esse notus optas?
eris, quandoquidem meos amores
cum longa voluisti amare poena.
Η Αμεάνα, η ξεγαμημένη κοπέλα,
μου ζήτησε δέκα ολόκληρες χιλιάδες,
αυτή η κοπέλα με την ασχημούλα μύτη,
η φιλενάδα του χρεοκοπημένου Φορμιανού.
Συγγενείς, που η κοπέλα σας νοιάζει,
φωνάξτε φίλους και γιατρούς:
δεν είναι γερή η κοπέλα, κι ούτε συνηθίζει
να ρωτά τον χάλκινο καθρέφτη πώς είναι.
Ameana puella defututa
tota milia me decem poposcit,
ista turpiculo puella naso,
decoctoris amica Formiani.
propinqui, quibus est puella curae,
amicos medicosque convocate:
non est sana puella, nec rogare
qualis sit solet aes imaginosum.
Ελάτε, ενδεκασύλλαβοι, όσοι είστε,
όλοι από παντού, όσοι κι αν είστε όλοι.
Με νομίζει αστείο η αισχρή μοιχαλίδα
κι αρνιέται να μου δώσει πίσω τις δικές σας
πλάκες, αν αυτό μπορείτε ν’ ανεχτείτε.
Ας την κυνηγήσουμε και ας τη γυρέψουμε πίσω.
Ρωτάτε ποια είναι; Εκείνη που βλέπετε
άσχημα να περπατά, γελώντας θεατρικά κι ενοχλητικά
με στόμα σκύλου γαλατικού.
Περικυκλώστε την και γυρέψτε την πίσω:
«Βρόμικη μοιχαλίδα, δώσε πίσω τα σημειωματάρια,
δώσε πίσω, βρόμικη μοιχαλίδα, τα σημειωματάρια.»
Δε δίνεις μια πεντάρα; Ω λάσπη, πορνείο,
ή αν κάτι πιο ξεπεσμένο μπορείς να είσαι.
Μα ούτε κι αυτό δεν πρέπει να θεωρείται αρκετό.
Κι αν τίποτ’ άλλο δε γίνεται, την κοκκινάδα
απ’ το σιδερένιο πρόσωπο της σκύλας ας βγάλουμε.
Φωνάξτε πάλι με πιο δυνατή φωνή:
«Βρόμικη μοιχαλίδα, δώσε πίσω τα σημειωματάρια,
δώσε πίσω, βρόμικη μοιχαλίδα, τα σημειωματάρια.»
Μα τίποτα δεν πετυχαίνουμε, τίποτα δεν κουνιέται.
Πρέπει ν’ αλλάξουμε τρόπο και μέθοδο,
μήπως και πετύχετε κάτι παραπάνω:
«Σεμνή κι έντιμη, δώσε πίσω τα σημειωματάρια.»
Adeste, hendecasyllabi, quot estis
omnes undique, quotquot estis omnes.
iocum me putat esse moecha turpis
et negat mihi vestra reddituram
pugillaria, si pati potestis.
persequamur eam, et reflagitemus.
quae sit quaeritis? illa quam videtis
turpe incedere, mimice ac moleste
ridentem catuli ore Gallicani.
circumsistite eam, et reflagitate:
moecha putida, redde codicillos,
redde, putida moecha, codicillos.
non assis facis? o lutum, lupanar,
aut si perditius potes quid esse.
sed non est tamen hoc satis putandum.
quod si non aliud potest, ruborem
ferreo canis exprimamus ore.
conclamate iterum altiore voce
moecha putida, redde codicillos,
redde, putida moecha, codicillos.
sed nil proficimus, nihil movetur.
mutanda est ratio modusque nobis,
si quid proficere amplius potestis,
pudica et proba, redde codicillos.
Χαίρε, κοπέλα ούτε με μικρή μύτη
ούτε με όμορφο πόδι ούτε με μαύρα ματάκια
ούτε με μακριά δάχτυλα ούτε με στεγνό στόμα
ούτε βέβαια με πολύ κομψή γλώσσα,
φιλενάδα του χρεοκοπημένου Φορμιανού.
Εσένα η επαρχία λέει πως είσαι όμορφη;
Μ’ εσένα η Λεσβία μας συγκρίνεται;
Ω γενιά ανόητη κι άξεστη!
Salve, nec minimo puella naso
nec bello pede nec nigris ocellis
nec longis digitis nec ore sicco
nec sane nimis elegante lingua,
decoctoris amica Formiani.
ten provincia narrat esse bellam?
tecum Lesbia nostra comparatur?
o saeclum insapiens et infacetum!
Ω κτήμα μας, είτε Σαβίνο είτε Τιβουρτίνο
(γιατί Τιβουρτίνο σε λένε όσοι δεν έχουν
όρεξη να πληγώσουν τον Κάτουλλο· μα όσοι έχουν
με κάθε στοίχημα Σαβίνο σ’ αποκαλούν),
μα, είτε Σαβίνο είτε πιο σωστά Τιβουρτίνο,
ευχάριστα βρέθηκα στην προαστική σου
βίλα και την κακή απ’ το στήθος έδιωξα βήχα,
που όχι άδικα μού τον έδωσε η κοιλιά μου,
όσο πολυτελή γυρεύω δείπνα.
Γιατί, θέλοντας να ’μαι του Σέστιου συνδαιτυμόνας,
τον λόγο του ενάντια στον διεκδικητή Άντιο
γεμάτο φαρμάκι και λοιμό διάβασα.
Εκεί εμένα ένας κρύος και συχνός βήχας
με τράνταξε ώσπου στην αγκαλιά σου έφυγα
και γιατρεύτηκα με ξεκούραση και τσουκνίδα.
Γι’ αυτό, γιατρεμένος, τις πιο μεγάλες ευχαριστίες
σου δίνω, που το σφάλμα μου δεν εκδικήθηκες.
Κι ούτε ζητώ πια, αν του Σέστιου τα ανόσια
γραφτά ξαναδεχτώ, τίποτ’ άλλο παρά το συνάχι και τον βήχα
όχι σ’ εμένα, μα στον ίδιο τον Σέστιο να φέρει το κρύο,
που μόνο τότε με καλεί όταν κακό βιβλίο διάβασα.
O funde noster seu Sabine seu Tiburs
(nam te esse Tiburtem autumant quibus non est
cordi Catullum laedere: at quibus cordi est
quovis Sabinum pignore esse contendunt),
sed seu Sabine sive verius Tiburs,
fui libenter in tua suburbana
villa malamque pectore expuli tussim,
non immerenti quam mihi meus venter,
dum sumptuosas adpeto, dedit, cenas.
nam, Sestianus dum volo esse conviva,
orationem in Antium petitorem
plenam veneni et pestilentiae legi.
hic me gravido frigida et frequens tussis
quassavit usque dum in tuum sinum fugi
et me recuravi otioque et urtica.
quare refectus maximas tibi grates
ago, meum quod non es ulta peccatum.
nec deprecor iam, si nefaria scripta
Sesti recepso, quin gravedinem et tussim
non mi, sed ipsi Sestio ferat frigus,
qui tunc vocat me cum malum librum legi.
Ο Σεπτίμιος, κρατώντας την αγαπημένη του
Άκμη στην αγκαλιά, «Άκμη μου», είπε,
«αν δε σ’ αγαπώ τρελά και δεν είμαι έτοιμος
συνέχεια όλα τα χρόνια να σ’ αγαπώ
όσο μπορεί κανείς πιο πολύ να χαθεί,
μόνος στη Λιβύη και στην ψημένη Ινδία
ας βρεθώ αντίκρυ σε γαλανομάτη λιοντάρι.»
Καθώς αυτό το είπε, ο Έρωτας, όπως πριν από αριστερά,
από δεξιά φταρνίστηκε την επιδοκιμασία.
Μα η Άκμη, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι
και τα μεθυσμένα ματάκια του γλυκού αγοριού
με το πορφυρό της στόμα φιλώντας,
«Έτσι», είπε, «ζωή μου, Σεπτίμιέ μου,
σ’ αυτόν μόνο τον αφέντη ας υπηρετούμε παντοτινά,
όπως σ’ εμένα πολύ πιο μεγάλη και πιο δυνατή
φωτιά καίει στο μαλθακό μεδούλι.»
Καθώς αυτό το είπε, ο Έρωτας, όπως πριν από αριστερά,
από δεξιά φταρνίστηκε την επιδοκιμασία.
Τώρα, ξεκινώντας από καλόν οιωνό,
με αμοιβαίες ψυχές αγαπούν κι αγαπιούνται.
Ο κακόμοιρος ο Σεπτίμιος μόνη την Άκμη
προτιμά απ’ τις Συρίες και τις Βρετανίες·
στον μόνο Σεπτίμιο η πιστή Άκμη
βρίσκει χαρές και πόθους.
Ποιος είδε ανθρώπους πιο ευτυχισμένους,
ποιος Αφροδίτη πιο ευνοϊκή;
Acmen Septimius suos amores
tenens in gremio mea, inquit, Acme,
ni te perdite amo atque amare porro
omnes sum adsidue paratus annos
quantum qui pote plurimum perire,
solus in Libya Indiaque tosta
caesio veniam obvius leoni.
hoc ut dixit, Amor, sinistra ut ante,
dextra sternuit adprobationem.
at Acme leviter caput reflectens
et dulcis pueri ebrios ocellos
illo purpureo ore saviata
sic, inquit, mea vita, Septimille,
huic uni domino usque serviamus,
ut multo mihi maior acriorque
ignis mollibus ardet in medullis.
hoc ut dixit, Arnor, sinistra ut ante,
dextra sternuit adprobationem.
nunc ab auspicio bono profecti
mutuis animis amant amantur.
unam Septimius misellus Acmen
mavult quam Syrias Britanniasque:
uno in Septimio fidelis Acme
facit delicias libidinesque.
quis ullos homines beatiores
vidit, quis Venerem auspicatiorem?
Τώρα η άνοιξη ξαναφέρνει τις άπαγες ζεστασιές,
τώρα η μανία του ισημερινού ουρανού
με τις ευχάριστες πνοές του Ζέφυρου σωπαίνει.
Ας αφεθούν, Κάτουλλε, οι φρυγικοί κάμποι
κι ο εύφορος αγρός της καυτής Νίκαιας:
στις ξακουστές πόλεις της Ασίας ας πετάξουμε.
Τώρα ο νους, τρέμοντας ολόγυρα, ποθεί να πλανηθεί,
τώρα χαρούμενα από πόθο τα πόδια δυναμώνουν.
Ω γλυκές παρέες των συντρόφων, έχετε γεια,
που μαζί μακριά απ’ το σπίτι ξεκινήσαμε
και διαφορετικοί, ποικίλοι δρόμοι μας γυρίζουν πίσω.
Iam ver egelidos refert tepores,
iam caeli furor aequinoctialis
iucundis Zephyri silescit auris.
linquantur Phrygii, Catulle, campi
Nicaeaeque ager uber aestuosae:
ad claras Asiae volemus urbes.
iam mens praetrepidans avet vagari,
iam laeti studio pedes vigescunt.
o dulces comitum valete coetus,
longe quos simul a domo profectos
diversae variae viae reportant.
Πόρκιε και Σωκράτιε, τα δυο αριστερά
χέρια του Πίσωνα, ψώρα και πείνα του κόσμου,
εσάς ο Βεράνιός μου κι ο Φάβουλλος
σας προτίμησε εκείνος ο απερίτμητος Πρίαπος;
Εσείς τραπέζια πλούσια και πολυτελή
από νωρίς κάνετε; Οι σύντροφοί μου
γυρεύουν στο σταυροδρόμι προσκλήσεις;
Porci et Socration, duae sinistrae
Pisonis, scabies famesque mundi,
vos Veraniolo meo et Fabullo
verpus praeposuit Priapus ille?
vos convivia lauta sumptuose
de die facitis? mei sodales
quaerunt in trivio vocationes?
Τα μελένια μάτια σου, Ιουβέντιε,
αν κάποιος μ’ άφηνε συνέχεια να φιλώ,
θα φιλούσα ίσαμε τρακόσιες χιλιάδες,
κι ούτε ποτέ θα φαινόμουν χορτασμένος,
ούτε αν πιο πυκνός κι απ’ τα ξερά στάχυα
γινόταν ο θερισμός των φιλιών μας.
Mellitos oculos tuos, Iuventi,
siquis me sinat usque basiare,
usque ad milia basiem trecenta,
nec unquam videar satur futurus,
non si densior aridis aristis
sit nostrae seges osculationis.
Ρητορικότατε απ’ τους απογόνους του Ρωμύλου,
όσοι είναι κι όσοι υπήρξαν, Μάρκε Τύλλιε,
κι όσοι έπειτα σε άλλα χρόνια θα υπάρξουν,
τις πιο μεγάλες ευχαριστίες σου δίνει ο Κάτουλλος,
ο χειρότερος όλων ποιητής,
τόσο ο χειρότερος όλων ποιητής
όσο εσύ ο άριστος όλων συνήγορος.
Disertissime Romuli nepotum,
quot sunt quotque fuere, Marce Tulli,
quotque post aliis erunt in annis,
gratias tibi maximas Catullus
agit pessimus omnium poeta,
tanto pessimus omnium poeta
quanto tu optimus omnium patronus.
Χτες, Λικίνιε, μέρα που είχαμε σχόλη,
πολύ παίξαμε στις πλάκες μου,
όπως είχαμε συμφωνήσει να ’μαστε τρυφεροί.
Γράφοντας στιχάκια ο καθένας μας
έπαιζε με το μέτρο πότε έτσι πότε αλλιώς,
ανταλλάσσοντας αμοιβαία μέσα στ’ αστείο και στο κρασί.
Κι από κει έφυγα με τη χάρη σου
αναμμένος, Λικίνιε, και με την ευτραπελία σου,
ώστε ούτε το φαΐ, τον δύστυχο, μ’ ευχαριστούσε,
ούτε ο ύπνος σκέπαζε με γαλήνη τα ματάκια μου,
μα σ’ όλο το κρεβάτι, αδάμαστος από πάθος,
στριφογύριζα ποθώντας να δω το φως,
για να μιλήσω μαζί σου και μαζί σου να ’μαι.
Μα, αφού τα μέλη μου, εξαντλημένα από τον κόπο,
μισοπεθαμένα κείτονταν στο κρεβάτι,
αυτό, γλυκέ μου, σου έφτιαξα το ποίημα,
για να διακρίνεις απ’ αυτό τον πόνο μου.
Τώρα μη γίνεσαι θρασύς, και τις παρακλήσεις μας,
σε ικετεύω, μην τις φτύσεις, ματάκι μου,
μήπως ζητήσει η Νέμεση την ποινή από σένα.
Είναι θεά ορμητική: πρόσεχε μην την προσβάλεις.
Hesterno, Licini, die otiosi
multum lusimus in meis tabellis,
ut convenerat esse delicatos.
scribens versiculos uterque nostrum
ludebat numero modo hoc modo illoc,
reddens mutua per iocum atque vinum.
atque illinc abii tuo lepore
incensus, Licini, facetiisque,
ut nec me miserum cibus iuvaret,
nec somnus tegeret quiete ocellos,
sed toto indomitus furore lecto
versarer cupiens videre lucem,
ut tecum loquerer simulque ut essem.
at defessa labore membra postquam
semimortua lectulo iacebant,
hoc, iucunde, tibi poema feci,
ex quo perspiceres meum dolorem.
nunc audax cave sis, precesque nostras,
oramus, cave despuas, ocelle,
ne poenas Nemesis reposcat a te.
est vehemens dea: laedere hanc caveto.
Εκείνος μού φαίνεται ίσος με θεό,
εκείνος, αν είναι θεμιτό, να ξεπερνά τους θεούς,
που καθισμένος αντίκρυ σου ξανά και ξανά
σε κοιτάζει και σ’ ακούει
να γελάς γλυκά, πράγμα που εμένα τον δύστυχο κάθε
αίσθηση μού αρπάζει: γιατί μόλις εσένα,
Λεσβία, σ’ αντικρίσω, τίποτα δε μου μένει
[στο στόμα] μα η γλώσσα μουδιάζει, λεπτή κάτω απ’ τα μέλη
φλόγα τρέχει, με δικό τους ήχο
βουίζουν τ’ αφτιά, σε διπλή σκεπάζονται
τα μάτια νύχτα.
Η σχόλη, Κάτουλλε, σου είναι βαριά:
στη σχόλη ξεχειλίζεις και παραξεσηκώνεσαι.
Η σχόλη και βασιλιάδες πρωτύτερα κι ευτυχισμένες
κατέστρεψε πόλεις.
Ille mi par esse deo videtur,
ille, si fas est, superare divos
qui sedens adversus identidem te
spectat et audit
dulce ridentem, misero quod omnis
eripit sensus mihi: nam simul te,
Lesbia, adspexi, nihil est super mi
lingua sed torpet, tenuis sub artus
flamma demanat, sonitu suopte
tintinant aures, gemina teguntur
lumina nocte.
otium, Catulle, tibi molestum est:
otio exsultas nimiumque gestis.
otium et reges prius et beatas
perdidit urbes.
Τι είναι, Κάτουλλε; Γιατί αργείς να πεθάνεις;
Στην αγκυλωτή έδρα ο Νώνιος με το εξόγκωμα κάθεται,
για την υπατεία επιόρκησε ο Βατίνιος:
τι είναι, Κάτουλλε; Γιατί αργείς να πεθάνεις;
Quid est, Catulle? quid moraris emori?
sella in curuli struma Nonius sedet,
per consulatum perierat Vatinius:
quid est, Catulle? quid moraris emori?
Γέλασα με κάποιον πριν λίγο απ’ το πλήθος,
που, όταν θαυμάσια τα βατινιανά
εγκλήματα ο Κάλβος μου είχε ξεδιπλώσει,
θαυμάζοντας είπε τούτα, σηκώνοντας τα χέρια:
«Θεοί μεγάλοι, τι ρητορικό ανθρωπάκι!»
Risi nescio quem modo e corona,
qui, cum mirifice Vatiniana
meus crimina Calvus explicasset,
admirans ait haec manusque tollens
di magni, salaputium disertum!
Του Όθωνα το κεφάλι είναι κάκιστα μικροσκοπικό,
και του Έριου τα σκέλια αγροίκα, μισοπλυμένα,
λεπτή κι ελαφριά η πορδή του Λίβωνα:
αν όχι όλα, θα ήθελα ν’ αρέσουν
σ’ εσένα και στον Φουφίκιο, τον ξαναβρασμένο γέρο.
Θα θυμώσεις πάλι με τους ιάμβους μου
τους ανεύθυνους, μοναδικέ στρατηγέ.
Othonis caput oppido est pusillum,
et eri rustica semilauta crura,
subtile et leve peditum Libonis,
si non omnia, displicere vellem
tibi et Fuficio, seni recocto
irascere iterum meis iambis
immerentibus, unice imperator.
Σε παρακαλούμε, αν τυχόν δεν είναι ενοχλητικό,
δείξε μας πού βρίσκεται το κρησφύγετό σου.
Σ’ έψαξα στο μικρότερο πεδίο,
σ’ έψαξα στον ιππόδρομο, σ’ όλα τα βιβλιοπωλεία,
στον ιερό ναό του ύψιστου Δία.
Στη στοά του Μεγάλου [Πομπήιου] μαζί,
όλες τις γυναικούλες, φίλε, τις έπιασα,
που τις είδα ωστόσο με πρόσωπο γαλήνιο.
Έτσι εγώ ο ίδιος τις ρωτούσα με επιμονή:
«Δώστε μου τον Καμέριο, κάκιστες κοπέλες!»
Κάποια είπε ξεγυμνώνοντας [το στήθος]:
«Να, εδώ κρύβεται στα ροδαλά βυζιά.»
Μα το να σ’ αντέξω πια είναι άθλος του Ηρακλή:
ούτε αν πλαστώ εκείνος ο φύλακας των Κρητών,
ούτε αν φερθώ με πτήση Πηγάσου,
ούτε ο Λάδας εγώ ή ο φτεροπόδης Περσέας,
ούτε του Ρήσου το χιονάτο και γοργό ζευγάρι:
πρόσθεσε εδώ τους φτεροπόδαρους και τους πετούμενους,
και μαζί ζήτησε τη δρομή των ανέμων,
που δεμένους, Καμέριε, θα μου τους πρόσφερες:
θα ’μουν και πάλι σ’ όλα τα μεδούλια εξαντλημένος
κι από πολλές αδυναμίες φαγωμένος,
εσένα, φίλε, γυρεύοντας για μένα.
Με τόση περηφάνια αρνιέσαι, φίλε;
Πες μας πού θα βρίσκεσαι, φανέρωσε
θαρρετά, δώσου, εμπιστέψου στο φως.
Μήπως τώρα σε κρατούν γαλατερές κοπέλες;
Αν τη γλώσσα κρατάς σε κλειστό στόμα,
όλους τους καρπούς του έρωτα θα πετάξεις:
η Αφροδίτη χαίρεται τα φλύαρα λόγια.
Ή, αν θέλεις, κλείσε τον ουρανίσκο σου,
αρκεί να μετέχεις σ’ έναν αληθινό έρωτα.
Oramus, si forte non molestum est,
demonstres ubi sint tuae tenebrae.
te campo quaesivimus minore,
te in circo, te in omnibus libellis,
te in templo summi Iovis sacrato.
in Magni simul ambulatione
femellas omnes, amice, prendi,
quas vultu vidi tamen serenas.
† A velte sic ipse flagitabam:
camerium mihi, pessimae puellae!
quaedam inquit nudum † reduc †
en hic in roseis latet papillis.
sed te iam ferre Herculi labos est:
Non custos si fingar ille Cretum,
non si Pegaseo ferar volatu,
non Ladas ego pinnipesve Perseus,
non Rhesi niveae citaeque bigae:
adde huc plumipedes volatilesque,
ventorumque simul require cursum,
quos vinctos, Cameri, mihi dicares:
defessus tamen omnibus medullis
et multis langoribus peresus
essem te mihi, amice, quaeritando.
tanto ten fastu negas, amice?
dic nobis ubi sis futurus, ede
audacter, committe, crede luci.
nunc te lacteolae tenent puellae?
si linguam clauso tenes in ore,
fructus proicies amoris omnes:
verbosa gaudet Venus loquella.
vel vi vis, licet obseres palatum,
dum veri sis particeps amoris.
Ω πράγμα αστείο, Κάτωνα, και ξεκαρδιστικό,
άξιο για τ’ αφτιά σου και για το γέλιο σου.
Γέλα, Κάτωνα, όσο αγαπάς τον Κάτουλλο:
το πράγμα είναι αστείο και υπερβολικά ξεκαρδιστικό.
Έπιασα πριν λίγο το μικρό αγόρι της κοπέλας
να το σπρώχνει· αυτόν εγώ, αν αρέσει στη Διώνη,
αντί για βέλος με το ορθωμένο μου τον χτύπησα.
O rem ridiculam, Cato, et iocosam
dignamque auribus et tuo cachinno.
ride, quidquid amas, Cato, Catullum:
res est ridicula et nimis iocosa.
deprendi modo pupulum puellae
trusantem: hunc ego, si placet Dionae,
pro telo rigida mea cecidi.
Όμορφα ταιριάζουν οι πρόστυχοι ξεδιάντροποι,
ο παθιάρης Μαμούρρας κι ο Καίσαρας.
Κι ούτε παράξενο: όμοιοι οι λεκέδες και στους δυο,
ο ένας αστικός κι εκείνος φορμιανός,
τυπωμένοι μένουν κι ούτε θα ξεπλυθούν·
αρρωστημένοι το ίδιο κι οι δυο δίδυμοι,
πάνω σ’ ένα κλινάρι κι οι δυο μορφωμενούληδες,
ούτε ο ένας απ’ τον άλλο πιο αχόρταγος μοιχός,
αντίζηλοι σύντροφοι για τις κοπελίτσες:
όμορφα ταιριάζουν οι πρόστυχοι ξεδιάντροποι.
Pulchre convenit improbis cinaedis,
Mamurrae pathicoque Caesarique.
nec mirum: maculae pares utrisque,
urbana altera et illa Formiana,
impressae resident nec eluentur:
morbosi pariter gemelli utrique,
uno in lecticulo erudituli ambo,
non hic quam ille magis vorax adulter,
rivales socii puellularum:
pulchre convenit improbis cinaedis.
Καίλιε, η Λεσβία μας, εκείνη η Λεσβία,
εκείνη η Λεσβία, που ο Κάτουλλος μόνη
πιο πολύ κι απ’ τον εαυτό του κι απ’ όλους τους δικούς του αγάπησε,
τώρα στα σταυροδρόμια και στα στενοσόκακα
ξεγδέρνει τους απογόνους του μεγαλόψυχου Ρώμου.
Caeli, Lesbia nostra, Lesbia illa,
illa Lesbia, quam Catullus unam
plus quam se atque suos amavit omnes,
nunc in quadriviis et angiportis
glubit magnanimi Remi nepotes.
Η Ρούφα η Βονωνήσια γλείφει τον Ρουφύλο,
η γυναίκα του Μενένιου, που συχνά στα κοιμητήρια
την είδατε ν’ αρπάζει απ’ την ίδια την πυρά το δείπνο,
όταν, κυνηγώντας το ψωμί που κύλησε απ’ τη φωτιά,
την έδερνε ο μισοκουρεμένος νεκροκαύτης.
Bononiensis Rufa Rufulum fellat,
uxor Meneni, saepe quam in sepulcretis
vidistis ipso rapere de rogo cenam,
cum devolutum ex igne prosequens panem
ab semiraso tunderetur ustore.
Μήπως λιόντισσα στα λιβυκά βουνά
ή η Σκύλλα, που αλυχτά απ’ το κάτω μέρος των λαγονιών,
σε γέννησε με τόσο σκληρό και βδελυρό μυαλό,
ώστε την ικέτισσα φωνή στην έσχατη συμφορά
να την περιφρονήσεις, αχ, με υπερβολικά άγρια καρδιά;
Num te leaena montibus Libystinis
aut Scylla latrans infima inguinum parte
tam mente dura procreavit ac taetra,
ut supplicis vocem in novissimo casu
contemptam haberes, ah nimis fero corde?
Ω κάτοικε του λόφου
του Ελικώνα, γενιά της Ουρανίας,
που αρπάζεις την τρυφερή παρθένα
στον άντρα, ω Υμέναιε Υμήν,
ω Υμήν Υμέναιε,
ζώσε τους κροτάφους με λουλούδια
της γλυκομύριστης ματζουράνας,
πάρε το νυφικό πέπλο, χαρούμενος ελάτε δω,
δω έλα φορώντας στο χιονάτο
πόδι το κίτρινο σανδάλι,
και ξεσηκωμένος απ’ τη χαρούμενη μέρα
τα νυφικά τραγουδώντας
με φωνή κουδουνιστή
χτύπα το χώμα με τα πόδια, με το χέρι
σείσε τον πεύκινο δαυλό.
Γιατί η Βινία στον Μανλίο,
όπως εκείνη που κατοικεί το Ιδάλιο
ήρθε στον Φρύγα κριτή, η Αφροδίτη,
με καλόν οιωνό, καλή
θα παντρευτεί η παρθένα,
σαν λαμπερή ανθισμένη
ασιατική μυρτιά με τα κλαδάκια της,
που οι θεές αμαδρυάδες
για παιχνίδι τους με δροσερή
υγρασία τη θρέφουν.
Γι’ αυτό, έλα κάνοντας το βήμα σου δω,
πάψε ν’ αφήνεις τα αόνια σπήλαια
του θεσπιακού βράχου,
που από πάνω τα ραντίζει η νύμφη
δροσίζοντάς τα, η Αγανίππη,
και κάλεσε σπίτι τη δέσποινα,
που ποθεί τον καινούργιο της σύζυγο,
δένοντας τον νου της με έρωτα
όπως ο σφιχτός κισσός εδώ κι εκεί
τυλίγει πλανεμένος το δέντρο.
Κι εσείς μαζί επίσης, αγνές
παρθένες, που σας φτάνει
όμοια μέρα, ελάτε με ρυθμό
πείτε, ω Υμέναιε Υμήν,
ω Υμήν Υμέναιε.
Ώστε πιο πρόθυμα, ακούγοντας
πως καλείται στο δικό του
έργο, το βήμα του δω να φέρει
ο οδηγός της καλής Αφροδίτης, ο καλός
ζευγαρωτής του έρωτα.
Ποιος θεός πιο πολύ απ’ τους αγωνιώντες
εραστές πρέπει να γυρευτεί;
Ποιον θα λατρέψουν οι άνθρωποι πιο πολύ
απ’ τους ουράνιους; Ω Υμέναιε Υμήν,
ω Υμήν Υμέναιε.
Εσένα ο τρεμουλιάρης γονιός επικαλείται
για τους δικούς του, σ’ εσένα οι παρθένες
τη ζωνούλα λύνουν απ’ τους κόρφους,
εσένα, φοβισμένος, ο νέος σύζυγος
με λαχταριστό αφτί ακούει.
Εσύ ο ίδιος στα χέρια του άγριου νέου
την ανθισμένη κοπελίτσα
παραδίνεις απ’ την αγκαλιά της
μάνας της, ω Υμέναιε Υμήν,
ω Υμήν Υμέναιε.
Τίποτα δε μπορεί χωρίς εσένα η Αφροδίτη
που η καλή φήμη το επιδοκιμάζει
κέρδος να πάρει: μα μπορεί
αν εσύ θέλεις. Ποιος μ’ αυτόν τον θεό
θα τολμούσε να συγκριθεί;
Κανένα σπίτι χωρίς εσένα δε μπορεί
παιδιά να δώσει, μήτε ο γονιός
στη γενιά ν’ ακουμπήσει: μα μπορεί
αν εσύ θέλεις. Ποιος μ’ αυτόν τον θεό
θα τολμούσε να συγκριθεί;
Γη που θα στερούνταν τα ιερά σου
δε θα μπορούσε να δώσει φρουρούς
στα σύνορά της: μα θα μπορούσε
αν εσύ θέλεις. Ποιος μ’ αυτόν τον θεό
θα τολμούσε να συγκριθεί;
Ανοίξτε τα κλείστρα της πόρτας,
έρχεται η παρθένα. Βλέπετε πώς οι δαυλοί
σείουν τα λαμπερά τους μαλλιά;
Την καθυστερεί η ευγενική ντροπή:
που ωστόσο, πιο πολύ ακούγοντάς την,
κλαίει που πρέπει να πάει.
Πάψε να κλαις. Δεν υπάρχει για σένα,
Αρουνκουλεία, κίνδυνος
καμιά γυναίκα ωραιότερη
τη λαμπρή απ’ τον Ωκεανό μέρα
να ’χει δει να ’ρχεται.
Τέτοιο συνηθίζει στον ποικίλο
κηπάκο πλούσιου αφέντη
να στέκει άνθος υακίνθου.
Μα αργείς, φεύγει η μέρα:
πρόβαλε, νέα νύφη.
Πρόβαλε, νέα νύφη, αν
σου φαίνεται πια, κι άκουσε
τα λόγια μας. Δες πώς οι δαυλοί
σείουν τα χρυσά τους μαλλιά:
πρόβαλε, νέα νύφη.
Δεν είναι ο άντρας σου ελαφρός, στην κακή
μοιχεία δοσμένος,
γυρεύοντας αισχρές ντροπές,
δε θα θελήσει απ’ τα τρυφερά σου
βυζιά να κοιμηθεί χώρια,
μα όπως η λυγερή κληματαριά τυλίγει
τα δέντρα που της φύτεψαν κοντά,
θα τυλιχτεί στη δική σου
αγκαλιά. Μα φεύγει η μέρα:
πρόβαλε, νέα νύφη.
Ω κλίνη, που σε όλους
[χαρές φέρνεις],
με λευκό πόδι κρεβατιού,
που έρχονται στον αφέντη σου,
πόσες χαρές, σε ποια πλανεμένη
νύχτα, σε ποια μεσημβρινή μέρα
θα χαρεί! Μα φεύγει η μέρα:
πρόβαλε, νέα νύφη.
Σηκώστε, ω αγόρια, τους δαυλούς:
βλέπω τον νυφικό πέπλο να έρχεται.
Ελάτε, τραγουδήστε με ρυθμό
«ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.»
Ας μη σωπάσει για πολύ το θρασύ
φεσκεννίνικο αστείο,
μήτε τα καρύδια στ’ αγόρια ν’ αρνηθεί
ο παλλακός, ακούγοντας πως ο αφέντης
τον εγκατέλειψε τον έρωτα.
Δώσε καρύδια στ’ αγόρια, τεμπέλη
παλλακέ: αρκετά καιρό
έπαιξες με τα καρύδια: πρέπει
πια να υπηρετήσεις τον Τάλασσο.
Παλλακέ, δώσε καρύδια.
Σε σιχαινόσουν τις αγρότισσες,
παλλακέ, σήμερα κι εχτές:
τώρα τη μυρωμένη σου όψη ο κουρέας
σου ξυρίζει. Δύστυχε, αχ δύστυχε
παλλακέ, δώσε καρύδια.
Λένε πως εσύ απ’ τους δικούς σου
αγένειους, μυρωμένε γαμπρέ,
δύσκολα κρατιέσαι: μα κρατήσου.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Ξέρουμε πως εσύ μόνο όσα σου επιτρέπονται
γνώρισες: μα στον σύζυγο
τα ίδια αυτά δεν επιτρέπονται.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Νύφη, κι εσύ όσα ο άντρας σου
θα γυρέψει πρόσεχε μην τ’ αρνηθείς,
μήπως πάει να τα γυρέψει αλλού.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Να σου το σπίτι, πόσο ισχυρό
κι ευτυχισμένο, του άντρα σου·
που να σε υπηρετεί, στη διάθεσή σου
(ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε),
ίσαμε που, τρέμοντας, να κουνά
τα άσπρα μαλλιά τα γηρατειά
που σε όλα και για όλους γνέφουν ναι.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Πέρασε με καλόν οιωνό
τα χρυσαφένια σου πόδια το κατώφλι,
και μπες τη γυαλισμένη πόρτα.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Κοίτα πώς, ξαπλωμένος, μόνος
ο άντρας σου στο τύριο κρεβάτι
ολόκληρος γέρνει προς εσένα.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Σ’ εκείνον όχι λιγότερο απ’ ό,τι σ’ εσένα
στο πιο βαθύ στήθος καίει
η φλόγα, μα πιο μέσα ακόμη.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Άσε το στρογγυλό χεράκι,
της κοπελίτσας, εσύ με την τήβεννο:
πια στην κλίνη ας έρθει του άντρα.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Ω καλές, σε γέρους άντρες
καλά γνώριμες γυναίκες,
βάλτε στη θέση της την κοπελίτσα.
Ω Υμήν Υμέναιε ιώ,
ω Υμήν Υμέναιε.
Τώρα μπορείς να έρθεις, γαμπρέ:
η γυναίκα σου στον θάλαμο σε περιμένει,
με πρόσωπο ανθισμένο λάμποντας,
λευκή σαν παρθενίκι
ή σαν κίτρινη παπαρούνα.
Μα, γαμπρέ, (έτσι να με βοηθήσουν
οι ουράνιοι) καθόλου λιγότερο
ωραίος είσαι, μήτε εσένα η Αφροδίτη
παραμελεί. Μα φεύγει η μέρα:
προχώρα, μην αργείς.
Δεν άργησες πολύ,
να ’σαι, έρχεσαι. Η καλή Αφροδίτη
ας σε βοηθήσει, μια κι ανοιχτά
ό,τι ποθείς ποθείς, και τον καλό
έρωτα δεν τον κρύβεις.
Εκείνος της αφρικανικής σκόνης
και των αστεριών που λάμπουν
ας μετρήσει πρώτα τον αριθμό,
όποιος τα δικά σας θέλει να μετρήσει
τα πολλά χιλιάδες παιχνίδια.
Παίξτε όπως θέλετε, και σύντομα
δώστε παιδιά. Δεν ταιριάζει
τόσο παλιό όνομα δίχως παιδιά
να μένει, μα απ’ την ίδια ρίζα
πάντα να ξαναγεννιέται.
Θέλω μικρός ο Τορκουάτος
απ’ την αγκαλιά της μάνας του
απλώνοντας τα τρυφερά του χέρια
γλυκά να χαμογελά στον πατέρα
με μισάνοιχτο χειλάκι.
Ας μοιάζει στον δικό του πατέρα
τον Μανλίο, κι εύκολα απ’ τους αγνώστους
όλους ας αναγνωρίζεται
και την τιμή της μάνας του
ας φανερώνει με την όψη.
Τέτοιος, απ’ την καλή του μάνα,
έπαινος τη γενιά ας επιδοκιμάζει
σαν εκείνον που μοναδικός απ’ την άριστη
μάνα στον Τηλέμαχο μένει,
η φήμη της Πηνελόπης.
Κλείστε τις πόρτες, παρθένες:
παίξαμε αρκετά. Μα εσείς, καλοί
σύζυγοι, ζήστε καλά και
με έργο αδιάκοπο τη σφριγηλή
νιότη σας ασκείτε.
Collis o Heliconii
cultor, Uraniae genus,
qui rapis teneram ad virum
virginem, o Hymenaee Hymen,
o Hymen Hymenaee,
cinge tempora floribus
suave olentis amaraci,
flammeum cape, laetus huc,
huc veni niveo gerens
luteum pede soccum,
excitusque hilari die
nuptialia concinens
voce carmina tinnula
pelle humum pedibus, manu
pineam quate taedam.
namque Vinia Manilo,
qualis Idalium colens
venit ad Phrygium Venus
iudicem, bona cum bona
nubet alite virgo,
floridis velut enitens
myrtus Asia ramulis,
quos hamadryades deae
ludicrum sibi rosido
nutriunt umore.
quare age huc aditum ferens
perge linquere Thespiae
rupis Aonios specus,
nympha quos super irrigat
frigerans Aganippe,
ac domum dominam voca
coniugis cupidam novi,
mentem amore revinciens
ut tenax hedera huc et huc
arborem implicat errans.
vosque item simul, integrae
virgines, quibus advenit
par dies, agite in modum
dicite, o Hymenaee Hymen,
o Hymen Hymenaee.
ut libentius, audiens
se citarier ad suum
munus, huc aditum ferat
dux bonae Veneris, boni
coniugator amoris.
quis deus magis anxiis
est petendus amantibus?
quem colent homines magis
caelitum? o Hymenaee Hymen,
o Hymen Hymenaee.
te suis tremulus parens
invocat, tibi virgines
zonula solvunt sinus,
te timens cupida novus
captat aure maritus.
tu fero iuveni in manus
floridam ipse puellulam
dedis a gremio suae
matris, o Hymenaee Hymen,
o Hymen Hymenaee.
nil potest sine te Venus
fama quod bona comprobet
commodi capere: at potest
te volente.quis huic deo
compararier ausit?
nulla quit sine te domus
liberos dare, nec parens
stirpe nitier: at potest
te volente.quis huic deo
compararier ausit?
quae tuis careat sacris
non queat dare praesides
terra finibus: at queat
te volente.quis huic deo
compararier ausit?
claustra pandite ianuae,
virgo adest. viden ut faces
splendidas quatiunt comas?
tardet ingenuus pudor:
quem tamen magis audiens
flet quod ire necesse est.
flere desine. Non tibi, Au-
runculeia
, periculum est
ne qua femina pulchrior
clarum ab Oceano diem
viderit venientem.
talis in vario solet
divitis domini hortulo
stare flos hyacinthinus.
sed moraris, abit dies:
prodeas, nova nupta.
prodeas, nova nupta, si
iam videtur, et audias
nostra verba.vide ut faces
aureas quatiunt comas:
prodeas, nova nupta.
non tuus levis in mala
deditus vir adultera
probra turpia persequens
a tuis teneris volet
secubare papillis,
lenta quin velut adsitas
vitis implicat arbores,
implicabitur in tuum
complexum.Sed abit dies:
prodeas, nova nupta.
o cubile quod omnibus
candido pede lecti,
quae tuo veniunt ero,
quanta gaudia, quac vaga
nocte, quae medio die
gaudeat! sed abit dies:
Prodeas, nova nupta.
tollite, o pueri, faces:
flammeum video venire.
ite, concinite in modum
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
ne diu taceat procax
fescennina iocatio,
nec nuces pueris neget
desertum domini audiens
concubinus amorem.
da nuces pueris, iners
concubine: satis diu
lusisti nucibus: libet
iam servire Talasio.
concubine, nuces da.
sordebant tibi vilicae,
concubine, hodie atque heri:
nunc tuum cinerarius
tondet os. miser ah miser
concubine, nuces da.
diceris male te a tuis
unguentate glabris marite
abstinere: sed abstine.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
scimus haec tibi quae licent
sola cognita: sed marito
ista non eadem licent.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
nupta, tu quoque quae tuus
vir petet cave ne neges,
ne petitum aliunde eat.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
en tibi domus ut potens
et beata viri tui:
quae tibi sine serviat
(o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee).
usque dum tremulum movens
cana tempus anilitas
omnia omnibus adnuit.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
transfer omine cum bono
limen aureolos pedes,
rasilemque subi forem.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
adspice unus ut accubans
vir tuus Tyrio in toro
totus immineat tibi.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
illi non minus ac tibi
pectore uritur intimo
flamma, sed penite magis
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
mitte bracchiolum teres,
praetextate, puellulae:
iam cubile adeat viri.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
o bonae senibus viris
cognitae bene feminae,
conlocate puellulam.
o Hymen Hymenaee io,
o Hymen Hymenaee.
iam licet venias, marite:
uxor in thalamo tibi est
ore floridulo nitens
alba parthenice velut
luteumve papaver.
at, marite, (ita me iuvent
caelites) nihilo minus
pulcher es, neque te Venus
neglegit. sed abit dies:
perge, ne remorare.
non diu remoratus es,
iam venis. bona te Venus
iuverit, quoniam palam
quod cupis cupis et bonum
non abscondis amorem.
ille pulveris Africi
siderumque micantium
subducat numerum prius,
qui vestri numerare vult
multa milia ludi.
ludite ut libet, et brevi
liberos date. non decet
tam vetus sine liberis
nomen esse, sed indidem
semper ingenerari.
Torquatus volo parvulus
matris e gremio suae
porrigens teneras manus
dulce rideat ad patrem
semihiante labello.
sit suo similis patri
Manlio et facile insciis
noscitetur ab omnibus
et pudicitiam suae
matris indicet ore.
talis illius a bona
matre laus genus adprobet
qualis unica ab optima
matre Telemacho manet
fama Penelopeo.
claudite ostia, virgines:
lusimus satis. at, boni
coniuges, bene vivite et
munere adsiduo valentem
exercete iuventam.
Ο έσπερος ήρθε: νέοι, σηκωθείτε: ο έσπερος απ’ τον Όλυμπο
τα φώτα του, τόσον καιρό αναμενόμενα, μόλις επιτέλους υψώνει.
Ώρα πια να σηκωθούμε, ώρα να αφήσουμε τα πλούσια τραπέζια·
τώρα θα έρθει η παρθένα, τώρα θα ειπωθεί ο υμέναιος.
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Βλέπετε, ανύπαντρες, τους νέους; Σηκωθείτε αντίκρυ:
δίχως άλλο ο εσπερινός δείχνει τις οιταίες φωτιές.
Έτσι σίγουρα είναι: βλέπετε πώς πετάχτηκαν γοργά;
Δεν πετάχτηκαν τυχαία· θα τραγουδήσουν κάτι που αξίζει να νικήσει.
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Δεν είναι εύκολο για μας, σύντροφοι, το βραβείο έτοιμο:
κοιτάξτε, οι ανύπαντρες πώς ξαναθυμούνται όσα μελέτησαν.
Δεν τα μελετούν μάταια· έχουν κάτι αξιομνημόνευτο.
Κι ούτε παράξενο, αφού βαθιά μ’ όλο τον νου κοπιάζουν.
Εμείς αλλού τον νου, αλλού μοιράσαμε τ’ αφτιά:
δίκαια λοιπόν θα νικηθούμε· η νίκη αγαπά τη φροντίδα.
Γι’ αυτό τώρα τουλάχιστον στρέψτε τις ψυχές σας:
θ’ αρχίσουν πια να λένε, θα πρέπει πια ν’ απαντήσουμε.
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Έσπερε, ποια πιο σκληρή φωτιά φέρεται στον ουρανό;
Εσύ που μπορείς την κόρη απ’ την αγκαλιά της μάνας ν’ αποσπάσεις,
απ’ την αγκαλιά της μάνας που την κρατά ν’ αποσπάσεις την κόρη
και στον φλογερό νέο ν’ αφιερώσεις την αγνή κοπέλα.
Τι κάνουν οι εχθροί πιο σκληρό όταν κυριεύουν πόλη;
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Έσπερε, ποια πιο ευχάριστη φωτιά λάμπει στον ουρανό;
Εσύ που με τη φλόγα σου στερεώνεις τους αρραβωνιασμένους γάμους,
που τους συμφώνησαν οι άντρες, τους συμφώνησαν πριν οι γονείς,
κι ούτε τους ένωσαν πρωτύτερα παρά σαν ανέτειλε ο πόθος σου.
Τι δίνεται απ’ τους θεούς πιο ποθητό απ’ την ευτυχισμένη ώρα;
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Ο Έσπερος από μας, σύντροφοι, άρπαξε μία·
γιατί με τον ερχομό σου η φρουρά αγρυπνά πάντα.
Τη νύχτα κρύβονται οι κλέφτες, που τους ίδιους συχνά γυρίζοντας,
Έσπερε, με αλλαγμένο όνομα τους πιάνεις.
Μα αρέσει στις ανύπαντρες με ψεύτικο παράπονο να σε ψέγουν.
Και τι μ’ αυτό, αν ψέγουν εκείνον που με σιωπηλό νου ποθούν;
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Όπως το άνθος που κρυφά γεννιέται σε φραγμένους κήπους,
άγνωστο στο κοπάδι, από κανένα αλέτρι αναποδογυρισμένο,
που το χαϊδεύουν οι αύρες, το στερεώνει ο ήλιος, το θρέφει η βροχή,
πολλά αγόρια το πόθησαν, πολλές κοπέλες·
μα σαν με λεπτό νύχι κοπεί κι απανθίσει,
κανένα αγόρι δεν το πόθησε, καμιά κοπέλα:
έτσι η παρθένα, όσο μένει ανέγγιχτη, όσο είναι αγαπητή στους δικούς της·
σαν χάσει το αγνό άνθος με μολυσμένο σώμα,
μήτε στα αγόρια ευχάριστη μένει μήτε στις κοπέλες αγαπητή.
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Όπως η μοναχική κληματαριά που γεννιέται σε γυμνό χωράφι
ποτέ δεν υψώνεται, ποτέ δε θρέφει ώριμο σταφύλι,
μα λυγίζοντας το τρυφερό της σώμα με το βάρος προς τα κάτω
όπου να ’ναι αγγίζει με τη ρίζα την άκρη του βλαστού της·
αυτήν κανένας γεωργός, κανένα βόδι δεν την περιποιήθηκε·
μα αν τυχόν η ίδια ενωθεί με φτελιά για σύζυγο,
πολλοί γεωργοί, πολλά βόδια την περιποιήθηκαν:
έτσι η παρθένα, όσο μένει ανέγγιχτη, τόσο ακαλλιέργητη γερνά·
σαν βρει ισότιμο γάμο στον ώριμο καιρό,
πιο αγαπητή στον άντρα γίνεται και λιγότερο μισητή στον γονιό.
Κι εσύ μη μάχεσαι μ’ έναν τέτοιο σύζυγο, παρθένα.
Δεν είναι δίκαιο να μάχεσαι εκείνον που ο ίδιος ο πατέρας σού παρέδωσε,
ο ίδιος ο πατέρας με τη μάνα, που πρέπει να τους υπακούς.
Η παρθενιά δεν είναι όλη δική σου, ένα μέρος είναι των γονιών:
το ένα τρίτο του πατέρα, το ένα τρίτο δόθηκε στη μάνα,
μόνο το ένα τρίτο είναι δικό σου. Μη μάχεσαι τους δυο,
που στον γαμπρό τα δικαιώματά τους μαζί με την προίκα έδωσαν.
Υμήν ω Υμέναιε, Υμήν έλα ω Υμέναιε.
Vesper adest: iuvenes, consurgite: vesper Olympo
exspectata diu vix tandem lumina tollit.
surgere iam tempus, iam pinguis linquere mensas;
iam veniet virgo, iam dicetur hymenaeus.
Hymen O Hymenaee, Hymen ades O Hymenaee.
cernitis, innuptae, iuvenes? consurgite contra:
nimirum Oetaeos ostendit Noctifer ignes.
sic certe est: viden ut perniciter exsiluere?
non temere exsiluere; canent quod vincere par est.
Hymen O Hymenaee, Hymen ades O Hymenaee.
non facilis nobis, aequales, palma parata est:
adspicite, innuptae secum ut meditata requirunt.
non frustra meditantur; habent memorabile quod sit.
nec mirum, penitus quae tota mente laborant.
nos alio mentes, alio divisimus aures:
iure igitur vincemur; amat victoria curam.
quare nunc animos saltem convertite vestros:
dicere iam incipient, iam respondere decebit.
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
Hespere, qui caelo fertur crudelior ignis?
qui natam possis complexu avellere matris,
complexu matris retinentem avellere natam
et iuveni ardenti castam donare puellam.
quid faciunt hostes capta crudelius urbe?
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
Hespere, qui caelo lucet iucundior ignis?
qui desponsa tua firmes conubia flammma,
quae pepigere viri, pepigerunt ante parentes,
nec iunxere prius quam se tuus extulit ardor.
quid datur a divis felici optatius hora?
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
Hesperus e nobis, aequales, abstulit unam
namque tuo adventu vigilat custodia semper.
nocte latent fures, quos idem saepe revertens,
Hespere, mutato comprendis nomine eosdem.
at libet innuptis ficto te carpere questu.
quid tum, si carpunt tacita quem mente requirunt?
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
ut flos in saeptis secretus nascitur hortis,
ignotus pecori, nullo convulsus aratro,
quem mulcent aurae, firmat sol, educat imber,
multi illum pueri, multae optavere puellae;
idem cum tenui carptus defloruit ungui,
nulli illum pueri, nullae optavere puellae:
sic virgo, dum intacta manet, dum cara suis est;
cum castum amisit polluto corpore florem,
nec pueris iucunda manet nec cara puellis.
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
ut vidua in nudo vitis quae nascitur arvo
nunquam se extollit, nunquam mitem educat uvam,
sed tenerum prono deflectens pondere corpus
iam iam contingit summum radice flagellum,
hanc nulli agricolae, nulli accoluere iuvenci;
at si forte eadem est ulmo coniuncta marito,
multi illam agricolae, multi accoluere iuvenci:
sic virgo, dum intacta manet, dum inculta senescit;
cum par conubium maturo tempore adepta est,
cara viro magis et minus est invisa parenti.
et tu ne pugna cum tali coniuge, virgo.
non aequum est pugnare, pater cui tradidit ipse,
ipse pater cum matre, quibus parere necesse est.
virginitas non tota tua est, ex parte parentum est:
tertia pars patri, pars est data tertia matri,
tertia sola tua est.noli pugnare duobus,
qui genero sua iura simul cum dote dederunt.
Hymen o Hymenaee, Hymen ades o Hymenaee.
Πάνω από βαθιά πελάγη περασμένος ο Άττις με γοργό καράβι,
μόλις με πόθο και βήμα ταχύ άγγιξε το φρυγικό δάσος
και πλησίασε τα σκιερά, δασωμένα μέρη της θεάς,
κει, κεντρισμένος από μανία που λύσσαγε, με χαμένο τον νου,
απόκοψε από πάνω του με κοφτερή πέτρα τα βάρη των λαγονιών.
Κι έτσι, σαν ένιωσε τα μέλη του δίχως αντρισμό,
βάφοντας ακόμη με φρέσκο αίμα το χώμα της γης,
με χιονάτα χέρια, γοργή, άρπαξε το ελαφρό τύμπανο,
το τύμπανο, τη σάλπιγγα της Κυβέλης, τα δικά σου, μάνα, μυστήρια,
και χτυπώντας το κούφιο δέρμα του ταύρου με τρυφερά δάχτυλα
άρχισε τρέμοντας να τραγουδά τούτα στους συντρόφους της:
«Εμπρός, πηγαίνετε στα ψηλά, Γάλλες, στα δάση της Κυβέλης μαζί,
μαζί πηγαίνετε, πλανεμένα κοπάδια της δέσποινας του Δίνδυμου,
που ζητώντας ξένους τόπους σαν εξόριστοι
ακολουθήσατε τη δική μου οδό, με οδηγό εμένα, σύντροφοί μου,
την ορμητική άρμη αντέξατε και του πελάγου την αγριάδα
και ξεαντρίσατε το σώμα σας από υπερβολικό μίσος για την Αφροδίτη,
ξεσηκώστε με ορμητικές περιπλανήσεις τον νου της δέσποινας.
Ας φύγει από τον νου η αργή αναβολή· μαζί πηγαίνετε, ακολουθήστε
στο φρυγικό σπίτι της Κυβέλης, στα φρυγικά δάση της θεάς,
όπου αντηχεί η φωνή του κύμβαλου, όπου τα τύμπανα βροντούν,
όπου ο Φρύγας αυλητής παίζει βαρύ με το καμπύλο καλάμι,
όπου οι κισσοφόρες μαινάδες ρίχνουν με ορμή τα κεφάλια,
όπου τα ιερά με κοφτερές κραυγές τελούν,
όπου συνηθίζει εκείνη η πλανεμένη κουστωδία της θεάς να πετά,
όπου πρέπει εμείς με ορμητικούς χορούς να σπεύσουμε.»
Μόλις αυτά στους συντρόφους ο Άττις τραγούδησε, η νόθη γυναίκα,
ο θίασος ξαφνικά με γλώσσες που τρέμουν ολολύζει,
το ελαφρό τύμπανο ξαναβροντά, τα κούφια κύμβαλα ξαναχτυπούν,
γοργός ο χορός ανεβαίνει την πράσινη Ίδη με βήμα βιαστικό.
Μανιασμένος μαζί, λαχανιάζοντας, πλανεμένος βαδίζει βγάζοντας την ψυχή,
συνοδευμένος από τύμπανο ο Άττις, μέσα απ’ τα σκοτεινά δάση οδηγός,
σαν δαμάλα που αποφεύγει το βάρος, αδάμαστη στον ζυγό:
οι γοργές Γάλλες ακολουθούν τον γοργόποδο οδηγό.
Κι έτσι, σαν έφτασαν στο σπίτι της Κυβέλης, κατάκοπες,
απ’ τον υπερβολικό μόχθο παίρνουν ύπνο δίχως τροφή.
Νωθρός ο ύπνος με λιποθυμική νάρκη τους σκεπάζει τα μάτια:
φεύγει με απαλή γαλήνη η λυσσασμένη μανία του νου.
Μα σαν ο Ήλιος με τα ακτινοβόλα μάτια του χρυσού προσώπου
φώτισε τον λευκό αιθέρα, τα σκληρά χώματα, την άγρια θάλασσα,
κι έδιωξε τις σκιές της νύχτας με τα ρωμαλέα ηχηρά άλογα,
τότε ο Ύπνος φεύγοντας απ’ τον ξυπνημένο Άττη γοργά χάθηκε:
τον δέχτηκε η θεά Πασιθέα στον τρεμουλιαστό της κόρφο.
Έτσι, απ’ την απαλή γαλήνη, δίχως την ορμητική μανία,
μόλις μέσα στο στήθος ο ίδιος ο Άττις ξαναθυμήθηκε τις πράξεις του,
και με καθαρό νου είδε χωρίς τι και πού βρισκόταν,
με ψυχή που έβραζε ξανά γύρισε πίσω στα ρηχά.
Εκεί, βλέποντας τα απέραντα πελάγη με δακρυσμένα μάτια,
μίλησε στην πατρίδα του θλιμμένος έτσι, με φωνή αξιολύπητη:
«Πατρίδα, ω δημιουργέ μου, πατρίδα, ω γεννήτρά μου,
που εγώ ο δύστυχος αφήνοντας, όπως οι δραπέτες δούλοι
τους αφέντες συνηθίζουν, στης Ίδης τα δάση κατευθύνθηκα,
για να βρίσκομαι στο χιόνι και στα παγωμένα λημέρια των θηρίων
και μανιασμένος να πλησιάζω όλες τους τις κρυψώνες,
πού λοιπόν ή σε ποιους τόπους σε φαντάζομαι, πατρίδα, τοποθετημένη;
Ποθεί η ίδια η κόρη του ματιού προς εσένα να στρέψει το βλέμμα,
όσο για λίγο ο νους μένει δίχως την άγρια λύσσα.
Εγώ, μακριά απ’ το σπίτι μου, θα φέρομαι σ’ αυτά τα δάση;
Απ’ την πατρίδα, τα αγαθά, τους φίλους, τους γονείς θα λείπω;
Θα λείπω απ’ την αγορά, την παλαίστρα, το στάδιο, τα γυμναστήρια;
Δύστυχε, αχ δύστυχε, πρέπει να θρηνώ ξανά και ξανά, ψυχή μου.
Γιατί ποιο είδος μορφής υπάρχει που εγώ να μην πέρασα;
Εγώ γυναίκα, εγώ νεαρός, εγώ έφηβος, εγώ παιδί,
εγώ ήμουν το άνθος του γυμναστηρίου, εγώ ήμουν το στολίδι του λαδιού:
για μένα ήταν οι πυκνές θύρες, για μένα τα ζεστά κατώφλια,
για μένα με ανθισμένα στεφάνια στολισμένο ήταν το σπίτι,
όταν έπρεπε ν’ αφήσω, σαν ανέτελλε ο ήλιος, την κάμαρα.
Εγώ τώρα θεάς υπηρέτρια και της Κυβέλης δούλη θα φέρομαι;
Εγώ μαινάδα, εγώ μέρος του εαυτού μου, εγώ στείρος άντρας θα είμαι;
Εγώ τους πράσινους, παγωμένους, χιονισμένους τόπους της Ίδης θα κατοικώ;
Εγώ τη ζωή μου θα περνώ κάτω απ’ τις ψηλές κορφές της Φρυγίας,
όπου το ελάφι που ζει στο δάσος, όπου ο κάπρος που πλανιέται στα άλση;
Τώρα πια πονώ για ό,τι έκανα, τώρα πια το μετανιώνω.»
Καθώς απ’ τα ροδαλά του χείλη ο ήχος γοργά ξεπήδησε
φέρνοντας νέα μηνύματα στα δυο αφτιά των θεών,
τότε η Κυβέλη, λύνοντας τον ζευγμένο ζυγό απ’ τα λιοντάρια της
και κεντρίζοντας το αριστερό, τον εχθρό του κοπαδιού, έτσι μιλά:
«Εμπρός, πήγαινε άγριος, κάνε τον να τον σπρώξει η μανία,
κάνε ώστε απ’ το χτύπημα της μανίας να γυρίσει στα δάση,
αυτός που πάρα πολύ ελεύθερα ποθεί να ξεφύγει τις προσταγές μου.
Εμπρός, χτύπα την πλάτη σου με την ουρά, ανέξου τα δικά σου μαστιγώματα,
κάνε όλους τους τόπους ν’ αντηχούν με μουγκρητό,
σείσε άγριος την πυρρή χαίτη στον μυώδη σβέρκο.»
Αυτά λέει απειλητική η Κυβέλη και λύνει με το χέρι τον ζυγό.
Το θηρίο, μόνο του παρακινώντας τον εαυτό, ξεσηκώνει τη λύσσα του,
βαδίζει, μουγκρίζει, σπάζει με το πλανεμένο πόδι τα κλαδιά.
Μα σαν έφτασε στους υγρούς τόπους της λευκής ακτής
κι είδε τον τρυφερό Άττη κοντά στα μάρμαρα του πελάγου,
ορμά: εκείνος τρελός φεύγει στα άγρια δάση:
εκεί για πάντα, όλον τον χρόνο της ζωής του, υπήρξε δούλη.
Θεά μεγάλη, θεά Κυβέλη, θεά δέσποινα του Δίνδυμου,
μακριά απ’ το σπίτι μου ας είναι όλη σου η μανία, δέσποινα:
άλλους κάνε ξεσηκωμένους, άλλους κάνε λυσσασμένους.
Super alta vectus Attis celeri rate maria
Phrygium ut nemus citato cupide pede tetigit
adiitque opaca silvis redimita loca deae,
stimulatus ibi furenti rabie, vagus animis
devolvit ili acuto sibi pondera silice.
itaque ut relicta sensit sibi membra sine viro,
etiam recente terrae sola sanguine maculans
niveis citata cepit manibus leve typanum,
typanum, tubam Cybelles, tua, mater, initia,
quatiensque terga tauri teneris cava digitis
canere haec suis adorta est tremebunda comitibus
agite ite ad alta, Gallae, Cybeles nemora simul,
simul ite, Dindymenae dominae vaga pecora,
aliena quae petentes velut exsules loca
sectam meam exsecutae duce me mihi comites
rapidum salum tulistis truculentaque pelagi
et corpus evirastis Veneris nimio odio,
hilarate erae citatis erroribus animum.
mora tarda mente cedat; simul ite, sequimini
Phrygiam ad domum Cybelles, Phrygia ad nemora deae,
ubi cymbalum sonat vox, ubi tympana reboant,
tibicen ubi canit Phryx curvo grave calamo,
ubi capita maenades vi iaciunt hederigerae,
ubi sacra sancta acutis ululatibus agitant,
ubi suevit illa divae volitare vaga cohors,
quo nos decet citatis celerare tripudiis.
simul haec comitibus Attis cecinit notha mulier,
thiasus repente linguis trepidantibus ululat,
leve tympanum remugit, cava cymbala recrepant,
viridem citus adit Idam properante pede chorus.
furibunda simul anhelans vaga vadit animam agens
comitata tympano Attis per opaca nemora dux,
veluti iuvenca vitans onus indomita iugi:
rapidae ducem secuntur Gallae properipedem.
itaque, ut domum Cybelles tetigere lassulae,
nimio e labore somnum capiunt sine Cerere.
piger his labante langore oculos sopor operit:
abit in quiete molli rabidus furor animi.
sed ubi oris aurei Sol radiantibus oculis
lustravit aethera album, sola dura, mare ferum,
pepulitque noctis umbras vegetis sonipedibus,
ibi Somnus excitam Attin fugiens citus abiit:
trepidante eum recepit dea Pasithea sinu.
ita de quiete molli rapida sine rabie
simul ipsa pectore Attis sua facta recoluit,
liquidaque mente vidit sine quis ubique foret,
animo aestuante rusum reditum ad vada tetulit.
ibi maria vasta visens lacrimantibus oculis
patriam adlocuta maesta est ita voce miseriter:
patria o mei creatrix, patria o mea genetrix,
ego quam miser relinquens, dominos ut erifugae
famuli solent, ad Idae tetuli nemora pedem,
ut apud nivem et ferarum gelida stabula forem
et earum omnia adirem furibunda latibula,
ubinam aut quibus locis te positam, patria, reor?
cupit ipsa pupula ad te sibi derigere aciem,
rabie fera carens dum breve tempus animus est.
egone a mea remota haec ferar in nemora domo?
patria, bonis, amicis, genitoribus abero?
abero foro, palaestra, stadio, et gymnasiis?
miser ah miser, querendum est etiam atque etiam, anime.
quod enim genus figurae est ego non quod obierim?
ego mulier, ego adulescens, ego ephebus, ego puer,
ego gymnasi fui flos, ego eram decus olei:
mihi ianuae frequentes, mihi limina tepida,
mihi floridis corollis redimita domus erat,
linquendum ubi esset orto mihi sole cubiculum.
ego nunc deum ministra et Cybeles famula ferar?
ego maenas, ego mei pars, ego vir sterilis ero?
ego viridis algida Idae nive amicta loca colam?
ego vitam agam sub altis Phrygiae columinibus,
ubi cerva silvicultrix, ubi aper nemorivagus?
iam iam dolet quod egi, iam iamque paenitet.
roseis ut huic labellis sonitus citus abiit
geminas deorum ad aures nova nuntia referens,
ibi iuncta iuga resoluens Cybele leonibus
laevumque pecoris hostem stimulans ita loquitur.
Agedum, inquit, age ferox i, fac ut hunc furor agitet,
fac uti furoris ictu reditum in nemora ferat,
mea libere nimis qui fugere imperia cupit.
age caede terga cauda, tua verbera patere,
fac cuncta mugienti fremitu loca retonent,
rutilam ferox torosa cervice quate iubam.
ait haec minax Cybelle religatque iuga manu.
ferus ipse sese adhortans rabidum incitat animo,
vadit, fremit, refringit virgulta pede vago.
at ubi umida albicantis loca litoris adiit
tenerumque vidit Attin prope marmora pelagi,
facit impetum: ille demens fugit in nemora fera:
ibi semper omne vitae spatium famula fuit.
dea magna, dea Cybelle, dea domina Dindymi,
procul a mea tuus sit furor omnis, era, domo:
alios age incitatos, alios age rabidos.
Κάποτε πεύκα, γεννημένα στην κορφή του Πηλίου,
λένε πως έπλευσαν πάνω απ’ τα διάφανα κύματα του Ποσειδώνα
ώς τα ρεύματα του Φάσιδος και τα σύνορα του Αιήτη,
όταν διαλεχτοί νέοι, η δύναμη της αργείτικης νιότης,
ποθώντας απ’ τους Κόλχους να πάρουν το χρυσό δέρας,
τόλμησαν να διατρέξουν τ’ αρμυρά ρηχά με γοργή πρύμη,
σαρώνοντας τα γαλάζια πελάγη με ελάτινες παλάμες.
Η θεά που τους φυλάει τις ακροπόλεις στις ψηλές πολιτείες
η ίδια έφτιαξε το άρμα που πετούσε με ελαφρύ φύσημα,
δένοντας τα πεύκινα δοκάρια στην κυρτή καρίνα.
Εκείνη πρώτη μύησε στο ταξίδι την άπειρη Αμφιτρίτη.
Μόλις αυτή με το ρύγχος έσχισε την ανεμοδαρμένη θάλασσα
και το κύμα, στριφτό απ’ το κουπί, άσπρισε από αφρούς,
αναδύθηκαν απ’ τη λευκή δίνη του πελάγου τα πρόσωπα
οι θαλασσινές Νηρηίδες, θαυμάζοντας το θαύμα.
Εκείνη τη μέρα, αν καμιά άλλη, είδαν με τα μάτια τους οι θνητοί
τις θαλασσινές νύμφες με γυμνό το σώμα,
να προβάλλουν ώς τους μαστούς μέσ’ απ’ την αφρισμένη δίνη.
Τότε, λένε, ο Πηλέας φλογίστηκε απ’ τον έρωτα της Θέτιδας,
τότε η Θέτιδα δεν καταφρόνησε τους ανθρώπινους γάμους,
τότε ο ίδιος ο πατέρας έκρινε πως ο Πηλέας πρέπει να ζευχτεί με τη Θέτιδα.
Ω ήρωες, γεννημένοι στον πολυπόθητο καιρό των αιώνων,
χαίρετε, γένος θεών, ω καλή γενιά
των μανάδων, χαίρετε ξανά·
εσάς εγώ συχνά, εσάς με το τραγούδι μου θα καλέσω,
κι εσένα πάνω απ’ όλους, εξαίσια ευλογημένε με τους ευτυχείς γάμους,
στύλε της Θεσσαλίας, Πηλέα, σ’ εσένα ο ίδιος ο Δίας,
ο ίδιος ο γεννήτορας των θεών παραχώρησε τους έρωτές του.
Εσένα κράτησε η ωραιότατη Θέτιδα, η κόρη του Νηρέα;
Εσένα άφησε η Τηθύς να πάρεις την εγγονή της
κι ο Ωκεανός, που με τη θάλασσα αγκαλιάζει όλη τη γη;
Μόλις, με το τέλος του καιρού, ήρθαν οι πολυπόθητες μέρες,
όλη η Θεσσαλία συναγμένη γεμίζει το σπίτι,
το παλάτι πλημμυρίζει από χαρούμενο πλήθος:
φέρνουν δώρα μπροστά τους, δείχνουν τη χαρά στο πρόσωπο.
Ερημώνει η Κίερος, αφήνουν τα φθιωτικά Τέμπη
και τα σπίτια της Κραννώνας και τα τείχη της Λάρισας,
μαζεύονται στη Φάρσαλο, γεμίζουν τα φαρσαλικά σπίτια.
Κανείς δεν καλλιεργεί τα χωράφια, μαλακώνουν οι σβέρκοι των μοσχαριών,
δεν καθαρίζεται το χαμηλό αμπέλι με τα κυρτά δικράνια,
δεν σχίζει ο ταύρος το χώμα με το γερτό υνί,
δεν λεπταίνει το δρεπάνι των κλαδευτών τον ίσκιο του δέντρου,
άθλια σκουριά σκεπάζει τα παρατημένα αλέτρια.
Μα η κατοικία του ίδιου, όσο βαθιά κι αν απλώνεται το πλούσιο
παλάτι, λάμπει από αστραφτερό χρυσό κι ασήμι.
Λευκάζει το ελεφαντόδοντο στους θρόνους, λαμποκοπούν τα κύπελλα στο τραπέζι,
όλο το σπίτι χαίρεται λαμπρό απ’ τον βασιλικό θησαυρό.
Το νυφικό κρεβάτι της θεάς στήνεται
στη μέση της αίθουσας, στιλβωμένο με ινδικό δόντι,
που το σκεπάζει πορφύρα βαμμένη με το ρόδινο άνθος του κοχυλιού.
Αυτό το ύφασμα, ποικιλμένο με αρχαίες μορφές ανθρώπων,
δείχνει με θαυμαστή τέχνη τα κατορθώματα των ηρώων.
Γιατί κοιτάζοντας απ’ την ηχηρή απ’ τα κύματα ακτή της Δίας,
η Αριάδνη βλέπει τον Θησέα να φεύγει με γοργό στόλο,
κρατώντας στην καρδιά αδάμαστες μανίες,
κι ακόμη δεν πιστεύει πως βλέπει αυτά που βλέπει,
καθώς μόλις τότε ξυπνημένη απ’ τον απατηλό ύπνο
αντικρίζει τον εαυτό της έρημη, δύστυχη, στην ερημική άμμο.
Μα ο ξεχασιάρης νέος φεύγοντας χτυπά τα ρηχά με τα κουπιά,
αφήνοντας τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις στην ανεμοδαρμένη θύελλα.
Αυτόν από μακριά, μέσ’ απ’ τα φύκια, με θλιμμένα μάτια η κόρη του Μίνωα,
σαν πέτρινο άγαλμα βακχίδας κοιτάζει, αλίμονο,
κοιτάζει και κλυδωνίζεται σε μεγάλα κύματα έγνοιας,
χωρίς να κρατά στο ξανθό κεφάλι τη λεπτή μίτρα,
χωρίς σκεπασμένο το στήθος με ελαφρύ πέπλο,
χωρίς δεμένα με το στρογγυλό στηθόδεσμο τα γαλατένια βυζιά της,
όλα αυτά, γλιστρώντας απ’ όλο της το σώμα, σκόρπια,
μπροστά στα πόδια της τα έπαιζαν τα κύματα του αλμυρού νερού.
Έτσι, μήτε τότε για τη μίτρα μήτε για το πέπλο που έπλεε
αυτή νοιαζόταν, μ’ όλη της την καρδιά για σένα, Θησέα,
μ’ όλη της την ψυχή, μ’ όλο τον χαμένο της νου κρεμόταν από σένα.
Αχ δύστυχη, που με αδιάκοπους θρήνους την τρέλανε
η Ερυκίνα σπέρνοντας στο στήθος αγκαθωτές έγνοιες
εκείνη την ώρα, απ’ τη στιγμή που ο άγριος Θησέας
βγαίνοντας απ’ τις κυρτές ακτές του Πειραιά
έφτασε στα γορτύνια σπίτια του άδικου βασιλιά.
Γιατί λένε πως κάποτε, αναγκασμένη από σκληρή συμφορά,
για να πληρώσει την ποινή του φόνου του Ανδρόγεω,
διαλεχτούς νέους και μαζί το στολίδι των ανύπαντρων κοριτσιών
συνήθιζε η Κεκροπία να δίνει τροφή στον Μινώταυρο.
Κι όταν τα στενά τείχη βασανίζονταν απ’ αυτά τα δεινά,
ο ίδιος ο Θησέας θέλησε το σώμα του για την αγαπημένη Αθήνα
να το ρίξει, παρά τέτοιοι νεκροί
της Κεκροπίας, νεκροί που δεν ήταν νεκροί, να μεταφέρονται στην Κρήτη.
Κι έτσι, στηριζόμενος σε ελαφρύ καράβι και σε ήπιους ανέμους,
ήρθε στον μεγαλόψυχο Μίνωα και στα περήφανα παλάτια.
Μόλις αυτόν με ποθερό βλέμμα τον είδε η βασιλοπούλα
παρθένα, που το αγνό της κρεβάτι, αναδίνοντας γλυκές ευωδιές,
την έθρεφε στη μαλακή αγκαλιά της μάνας,
όπως τα ρεύματα του Ευρώτα γεννούν τις μυρτιές
ή η ανοιξιάτικη αύρα βγάζει τα ξεχωριστά χρώματα,
δεν έστρεψε απ’ αυτόν τα φλογισμένα
μάτια της προτού συλλάβει μ’ όλο της το σώμα τη φλόγα
ολόκληρη και καεί ώς τα βάθη του μεδουλιού της.
Αλίμονο, εσύ που ελεεινά ξεσηκώνεις μανίες με άσπλαχνη καρδιά,
άγιο παιδί, που ανακατεύεις τις χαρές των ανθρώπων με έγνοιες,
κι εσύ που κυβερνάς τους Γόλγους και το δασωμένο Ιδάλιο,
σε ποια κύματα κλυδωνίσατε την κοπέλα που φλεγόταν στον νου
αναστενάζοντας συχνά για τον ξανθό ξένο!
Πόσους φόβους υπέφερε εκείνη με μαραμένη καρδιά,
πόσο συχνά χλόμιασε πιο πολύ κι απ’ τη λάμψη του χρυσού,
όταν ο Θησέας, ποθώντας ν’ αντιπαλέψει το άγριο τέρας,
ζητούσε ή τον θάνατο ή τα βραβεία της δόξας.
Όμως όχι ανώφελα, όχι αχάριστα δωράκια στους θεούς
τάζοντας, άναψε ευχές με σιωπηλά χείλη.
Γιατί όπως στην κορφή του Ταύρου μια βελανιδιά, που τινάζει τα κλαδιά της,
ή ένα κωνοφόρο πεύκο με ιδρωμένο φλοιό,
ανίκητος ανεμοστρόβιλος στρίβοντας με φύσημα το κορμό
ξεριζώνει (εκείνο ξεριζωμένο απ’ τα βάθη,
πέφτει μπροστά, σπάζοντας πλατιά ό,τι βρει μπροστά του),
έτσι ο Θησέας γκρέμισε το άγριο τέρας δαμάζοντας το σώμα του,
που ανώφελα τίναζε τα κέρατα στους άδειους ανέμους.
Ύστερα, σώος, με πολλή δόξα γύρισε πίσω το βήμα του,
οδηγώντας τα πλανερά του ίχνη με τη λεπτή κλωστή,
μην τυχόν, καθώς έβγαινε απ’ τα λαβυρινθικά στριφογυρίσματα,
τον ξεγελάσει η ανεπαίσθητη πλάνη του οικοδομήματος.
Μα γιατί εγώ, ξεφεύγοντας απ’ το πρώτο τραγούδι, να θυμηθώ
περισσότερα, πώς η κόρη αφήνοντας το πρόσωπο του πατέρα,
πώς την αγκαλιά της αδερφής, πώς τέλος της μάνας,
που η δύστυχη χαιρόταν χαμένη μέσα στην κόρη της,
απ’ όλα αυτά προτίμησε τον γλυκό έρωτα του Θησέα,
ή πώς φερμένη με το καράβι στις αφρισμένες ακτές της Δίας
έφτασε, ή πώς αυτήν, με τα μάτια δεμένα στον ύπνο,
την άφησε φεύγοντας ο σύντροφος με ξεχασιάρικη καρδιά;
Συχνά λένε πως εκείνη, μανιασμένη με φλογισμένη καρδιά,
έβγαλε καθάριες κραυγές απ’ τα βάθη του στήθους,
και τότε θλιμμένη ανέβαινε τα απόκρημνα βουνά
απ’ όπου να τεντώσει το βλέμμα στα απέραντα κύματα του πελάγου,
τότε έτρεχε μπροστά στα κύματα του τρεμουλιαστού αλμυρού νερού
σηκώνοντας τα μαλακά σκεπάσματα απ’ τη γυμνή της κνήμη,
κι είπε αυτά, θλιμμένη, με ύστατα παράπονα,
βγάζοντας παγωμένους λυγμούς απ’ το υγρό της στόμα:
«Έτσι λοιπόν εμένα, άπιστε, που με πήρες μακριά απ’ τους πατρικούς βωμούς,
άπιστε, μ’ άφησες σ’ έρημη ακτή, Θησέα;
Έτσι φεύγοντας, περιφρονώντας τη βούληση των θεών,
ξεχασιάρη, αχ, κουβαλάς σπίτι καταραμένους επιόρκους όρκους;
Τίποτα δεν μπόρεσε να λυγίσει την απόφαση του σκληρού
νου σου; καμιά ευσπλαχνία δεν είχες πρόχειρη
ώστε η άσπλαχνη καρδιά σου να θελήσει να με λυπηθεί;
Μα δεν μου έδινες κάποτε αυτές τις τρυφερές υποσχέσεις
με τη φωνή σου, δεν μ’ έβαζες τη δύστυχη να ελπίζω αυτά,
αλλά χαρούμενους γάμους, αλλά ποθητούς υμέναιους;
Όλα αυτά τα σκορπίζουν ανώφελα οι αέρηδες του ουρανού.
Τώρα πια καμιά γυναίκα ας μην πιστεύει σε άντρα που ορκίζεται,
καμιά ας μην ελπίζει πως τα λόγια του άντρα είναι πιστά:
όσο η ψυχή τους, ποθώντας κάτι, καίγεται να το αποκτήσει,
δεν φοβούνται τίποτα να ορκιστούν, τίποτα δεν λυπούνται να τάξουν:
μα μόλις χορτάσει ο πόθος του λαίμαργου νου τους,
δεν θυμούνται καθόλου τα λόγια, δεν νοιάζονται για τους επιόρκους όρκους.
Σίγουρα εγώ εσένα, καθώς παλευόσουν μέσα στη δίνη του θανάτου,
σε έσωσα, και προτίμησα να χάσω τον αδερφό μου
παρά να σου λείψω, άπιστε, την ύστατη στιγμή:
γι’ αυτό θα δοθώ να με ξεσκίσουν τα θηρία και τα όρνια
ως λεία, κι ούτε θα ταφώ νεκρή με χώμα ριγμένο πάνω μου.
Ποια λιονταρίνα σε γέννησε κάτω από μοναχικό βράχο,
ποια θάλασσα σε ξέρασε συλλημμένο απ’ τ’ αφρισμένα κύματα,
ποια Σύρτη, ποια αρπαχτική Σκύλλα, ποια απέραντη Χάρυβδη,
εσύ που τέτοια ανταλλάγματα δίνεις για τη γλυκιά ζωή;
Αν οι γάμοι μας δεν σου ήταν στην καρδιά,
επειδή έτρεμες τις σκληρές εντολές του γέρου πατέρα σου,
όμως θα μπορούσες να με πάρεις στα σπίτια σου
να σε υπηρετώ δούλα με ευχάριστο μόχθο,
χαϊδεύοντας τα λευκά σου πόδια με διάφανα νερά
ή στρώνοντας το κρεβάτι σου με πορφυρό ύφασμα.
Μα γιατί εγώ ανώφελα παραπονιέμαι στους ανίδεους ανέμους,
τρελαμένη απ’ τη συμφορά, που, χωρίς αισθήσεις,
μήτε τις φωνές που στέλνω μπορούν ν’ ακούσουν μήτε ν’ απαντήσουν;
Εκείνος όμως τώρα πια βρίσκεται σχεδόν στα μεσοπέλαγα,
κι ούτε κανένας θνητός φαίνεται στα άδεια φύκια.
Έτσι, χλευάζοντας υπερβολικά την ύστατη στιγμή, η άγρια
τύχη ζήλεψε ακόμη κι αφτιά για τα παράπονά μου.
Παντοδύναμε Δία, μακάρι να μην είχαν την πρώτη φορά
τα κεκρόπεια καράβια αγγίξει τις κνώσιες ακτές,
κι ούτε ο άπιστος ναύτης, φέρνοντας το φοβερό φόρο στον αδάμαστο ταύρο,
να είχε δέσει το σκοινί στην Κρήτη,
κι ούτε αυτός ο κακός ξένος, κρύβοντας κάτω απ’ τη γλυκιά μορφή σκληρά
σχέδια, να είχε αναπαυτεί στα σπίτια μας!
Γιατί πού να στραφώ; σε ποια ελπίδα, χαμένη, να στηριχτώ;
Στα βουνά της Ίδης να πάω; αχ, με πλατιά δίνη
όπου το άγριο πέλαγος της θάλασσας χωρίζει και με απομακρύνει;
Ή τη βοήθεια του πατέρα να ελπίσω, που τον άφησα η ίδια
ακολουθώντας νέο ραντισμένο με το αίμα του αδερφού;
Ή να παρηγορηθώ με τον πιστό έρωτα του συζύγου,
που φεύγει λυγίζοντας τα εύκαμπτα κουπιά μέσα στη δίνη;
Κι εξάλλου η ακτή χωρίς στέγη, νησί μοναχικό,
κι ούτε φανερώνεται διέξοδος, με τα κύματα του πελάγου να με ζώνουν:
κανένας τρόπος φυγής, καμιά ελπίδα: όλα βουβά,
όλα έρημα, όλα δείχνουν τον θάνατο.
Όμως δεν θα σβήσουν τα μάτια μου απ’ τον θάνατο,
κι ούτε θ’ αφήσουν το κουρασμένο σώμα οι αισθήσεις,
προτού, προδομένη, ζητήσω απ’ τους θεούς δίκαιη τιμωρία
και την ύστατη ώρα επικαλεστώ την πίστη των ουρανίων.
Γι’ αυτό, εσείς που τιμωρείτε τις πράξεις των ανθρώπων με εκδικήτρια ποινή,
Ευμενίδες, που το μέτωπό σας, στεφανωμένο με φιδίσια μαλλιά,
προαναγγέλλει τις οργές του στήθους που ξεφυσά,
εδώ, εδώ ελάτε, ακούστε τα παράπονά μου,
που εγώ, αλίμονο η δύστυχη, βγάζω απ’ τα κατάβαθα του μεδουλιού
αναγκασμένη, ανήμπορη, φλεγόμενη, τυφλή από παράφρονη μανία.
Κι επειδή αυτά γεννιούνται αληθινά απ’ τα βάθη του στήθους,
εσείς μην αφήσετε να χαθεί ανώφελος ο θρήνος μου,
αλλά με όποιον νου ο Θησέας μ’ άφησε μόνη,
με τέτοιον νου, θεές, ας καταστρέψει κι εαυτόν και τους δικούς του.»
Αφού έβγαλε αυτές τις φωνές απ’ το θλιμμένο στήθος,
ζητώντας αγωνιώδης τιμωρία για τις άγριες πράξεις,
συγκατένευσε ο κυβερνήτης των ουρανίων με ακατανίκητη βούληση,
και μ’ αυτό το νεύμα τραντάχτηκαν η γη και τα φοβερά
πελάγη, κι ο κόσμος συντάραξε τ’ αστραφτερά άστρα.
Ο ίδιος όμως ο Θησέας, με τον νου σκεπασμένο από τυφλή ομίχλη,
άφησε να φύγουν απ’ τη λησμονημένη καρδιά όλα
όσα προστάγματα πριν κρατούσε με σταθερό νου,
κι ούτε σηκώνοντας το γλυκό σημάδι για τον θλιμμένο πατέρα
έδειξε πως σώος αντικρίζει το ερεχθείο λιμάνι.
Γιατί λένε πως κάποτε, όταν ο Αιγέας εμπιστευόταν στους ανέμους
τον γιο του που άφηνε τα τείχη της θεάς με τον στόλο,
αγκαλιάζοντας τον νέο του έδωσε τέτοιες εντολές:
«Γιε μου, μοναχέ, πολύ πιο γλυκέ κι απ’ τη ζωή μου,
γιε, που αναγκάζομαι να σε στείλω σε αβέβαιες τύχες,
που μόλις τώρα μου δόθηκες στα έσχατα όρια των γηρατειών,
μια κι η δική μου μοίρα κι η δική σου φλογερή ανδρεία
σε αρπάζουν από μένα άθελά μου, εμένα που τα εξασθενημένα
μάτια μου δεν χόρτασαν ακόμη την αγαπημένη μορφή του γιου μου,
δεν θα σε στείλω εγώ χαρούμενος με ευτυχισμένη καρδιά,
κι ούτε θα σ’ αφήσω να φέρεις τα σημάδια της ευνοϊκής τύχης,
αλλά πρώτα θα βγάλω απ’ τον νου μου πολλά παράπονα,
λερώνοντας τ’ άσπρα μαλλιά μου με χώμα και σκόρπια σκόνη,
ύστερα θα κρεμάσω βαμμένα πανιά στο πλανερό κατάρτι,
ώστε τον θρήνο μας και της ψυχής μας τη φωτιά
να τα ταιριάζει το πανί, μαυρισμένο με ιβηρική σκουριά.
Κι αν σου το χαρίσει αυτό η κάτοικος του ιερού Ιτώνου,
που καταδέχτηκε να υπερασπίζει το γένος μας και τις εστίες
του Ερεχθέα, ώστε να ραντίσεις με το αίμα του ταύρου το δεξί σου χέρι,
τότε αλήθεια φρόντισε, φυλαγμένες στη μνήμονη καρδιά σου,
αυτές οι εντολές να ζουν, κι ούτε κανένας καιρός να τις σβήσει:
μόλις τα μάτια σου αντικρίσουν τους λόφους μας,
ας κατεβάσουν τα ξάρτια από παντού το πένθιμο ύφασμα,
και τα στριμμένα σκοινιά ας σηκώσουν λευκά πανιά,
ώστε βλέποντάς τα το συντομότερο, με χαρούμενη ψυχή
να καταλάβω, όταν ο ευνοϊκός καιρός σε φέρει πίσω.»
Αυτές τις εντολές, που πρώτα τις κρατούσε με σταθερό νου,
τον Θησέα, όπως τα σύννεφα διωγμένα απ’ το φύσημα των ανέμων
αφήνουν την ψηλή κορφή του χιονισμένου βουνού, τον άφησαν.
Μα ο πατέρας, καθώς κοίταζε απ’ την κορφή της ακρόπολης,
λιώνοντας τ’ αγωνιώδη μάτια σε αδιάκοπο κλάμα,
μόλις είδε τα φουσκωμένα πανιά του ιστίου,
ρίχτηκε με τα μούτρα απ’ την κορφή των βράχων,
πιστεύοντας πως ο Θησέας χάθηκε από άσπλαχνη μοίρα.
Έτσι, μπαίνοντας στο πένθιμο πατρικό σπίτι,
ο Θησέας, φοβερός απ’ τον θάνατο, όποιο πένθος με ξεχασιάρικο
νου είχε προξενήσει στην κόρη του Μίνωα, τέτοιο πήρε κι ο ίδιος.
Εκείνη τότε, κοιτάζοντας θλιμμένη το καράβι που έφευγε,
γύριζε στην πληγωμένη ψυχή πολλαπλές έγνοιες.
Μα απ’ την άλλη μεριά πετούσε ο ανθηρός Ίακχος
με τον θίασο των σατύρων και τους νυσιγενείς σιληνούς,
ζητώντας εσένα, Αριάδνη, φλογισμένος απ’ τον έρωτά σου.
Αυτοί τότε, πρόθυμοι, σκόρπια μάνιαζαν με τρελαμένο νου
«ευοί» βακχεύοντας, «ευοί» τινάζοντας τα κεφάλια.
Άλλοι απ’ αυτούς τίναζαν θύρσους με σκεπασμένη αιχμή,
άλλοι πετούσαν τα μέλη από κομματιασμένο μοσχάρι,
άλλοι ζώνονταν με στριφτά φίδια,
άλλοι τελούσαν κρυφά όργια σε κοίλα κιβώτια,
όργια που ανώφελα ποθούν ν’ ακούσουν οι αμύητοι,
άλλες χτυπούσαν τύμπανα με τις ψηλές παλάμες
ή ξεσήκωναν λεπτούς ήχους με το στρογγυλό μπρούντζο,
πολλοί φυσούσαν βραχνόηχα βουητά απ’ τα κέρατα
κι ο βάρβαρος αυλός σφύριζε με φρικτό σκοπό.
Μ’ αυτές τις μορφές στολισμένο πλούσια το ύφασμα
αγκάλιαζε το κρεβάτι, σκεπάζοντάς το με το φόρεμά του.
Αφού η θεσσαλική νιότη, κοιτάζοντας με λαχτάρα,
χόρτασε, άρχισε να παραχωρεί τη θέση στους άγιους θεούς.
Εδώ, όπως τη γαλήνια θάλασσα με πρωινό φύσημα
ο Ζέφυρος ταράζοντας ξεσηκώνει τα κατηφορικά κύματα
καθώς ανατέλλει η αυγή, στα κατώφλια του πλανερού ήλιου,
που πρώτα αργά, σπρωγμένα από ήπιο φύσημα,
προχωρούν κι απαλά ηχούν με χτύπημα σαν γέλιο,
έπειτα, καθώς δυναμώνει ο άνεμος, όλο και πυκνώνουν
και πλέοντας από μακριά λαμπυρίζουν στο πορφυρό φως,
έτσι τότε, αφήνοντας τα βασιλικά δώματα του προαύλιου,
ο καθένας τραβούσε στο σπίτι του με πλανερό πόδι, σκόρπια.
Μετά την αναχώρησή τους, πρώτος απ’ την κορφή του Πηλίου
ήρθε ο Χείρωνας φέρνοντας δώρα του δάσους:
γιατί όσα λουλούδια βγάζουν οι κάμποι, όσα η θεσσαλική
γη γεννά στα μεγάλα βουνά, όσα κοντά στα κύματα του ποταμού
η γόνιμη πνοή του χλιαρού Ζέφυρου γεννά,
αυτά, πλεγμένα σε ανάμεικτα στεφανάκια, τα έφερε ο ίδιος,
κι από το ευχάριστο άρωμα χαϊδεμένο το σπίτι γέλασε.
Αμέσως φτάνει ο Πηνειός, αφήνοντας τα πράσινα Τέμπη,
τα Τέμπη που τα ζώνουν δάση κρεμασμένα από πάνω,
τα δωρικά, που τα τιμούν με χορούς οι Ναϊάδες,
όχι αδειανός: γιατί έφερε ξεριζωμένες ολόκληρες
οξιές κι ολόρθες με ίσιο κορμό δάφνες,
όχι χωρίς τον πλάτανο που κουνιέται και την εύκαμπτη αδερφή
του φλεγόμενου Φαέθοντα και το ουρανοφόρο κυπαρίσσι.
Αυτά τα έστησε γύρω απ’ την κατοικία, πλεγμένα πλατιά,
ώστε το προαύλιο, σκεπασμένο με απαλά φυλλώματα, να πρασινίζει.
Μετά απ’ αυτόν ακολουθεί ο Προμηθέας με το πανούργο μυαλό,
φέρνοντας τα ξεθωριασμένα σημάδια της παλιάς ποινής,
που κάποτε, με τα μέλη δεμένα στον βράχο με αλυσίδα,
την ξεπλήρωσε κρεμασμένος απ’ τις απόκρημνες κορφές.
Ύστερα ο πατέρας των θεών με την άγια σύζυγο και τα παιδιά
ήρθε, αφήνοντας μόνο εσένα, Φοίβε, στον ουρανό
και μαζί τη μονογενή σου αδερφή, κάτοικο των βουνών του Ιδρού:
γιατί η αδερφή, μαζί μ’ εσένα, καταφρόνησε τον Πηλέα
κι ούτε θέλησε να τιμήσει τους γαμήλιους δαυλούς της Θέτιδας.
Αφού λοιπόν έγειραν τα μέλη τους στα χιονόλευκα καθίσματα,
τα τραπέζια στρώθηκαν πλούσια με ποικίλα φαγητά,
ενώ στο μεταξύ, τραντάζοντας τα σώματά τους με τρεμουλιαστή κίνηση,
άρχισαν οι Μοίρες να λένε αληθόλογα τραγούδια.
Το τρεμουλιαστό τους σώμα το τύλιγε ολόγυρα φόρεμα
λευκό, που με πορφυρό κράσπεδο ζώνιζε τους αστραγάλους,
και ρόδινες κορδέλες κάθονταν στο χιονόλευκο κεφάλι,
και τα χέρια δούλευαν, όπως ταιριάζει, τον αιώνιο μόχθο.
Το αριστερό κρατούσε τη ρόκα ντυμένη με μαλακό μαλλί,
το δεξί τότε, τραβώντας απαλά τις κλωστές με τα δάχτυλα ανάστροφα,
τις έπλαθε, ύστερα στρίβοντας πάνω στον γερτό αντίχειρα
γύριζε το ισορροπημένο αδράχτι με τη στρογγυλή δίνη,
κι έτσι, τραβώντας με το δόντι, ίσιωνε πάντα το έργο,
και τα μασημένα μάλλινα κολλούσαν στα στεγνά χείλη,
αυτά που πριν προεξείχαν στην ομαλή κλωστή.
Μπροστά στα πόδια τους όμως τα μαλακά μαλλιά του λευκού μαλλιού
τα φύλαγαν πλεχτά καλαθάκια.
Αυτές τότε, ξαίνοντας το μαλλί, με καθάρια φωνή
ξεδίπλωσαν τέτοιες μοίρες με θεσπέσιο τραγούδι,
τραγούδι που καμιά εποχή δεν θα το κατηγορήσει για απιστία:
«Ω εξαίσιο στολίδι, που μεγαλώνεις με μεγάλες αρετές,
προστάτη της δύναμης της Ημαθίας, ξακουστέ για τον γιο σου,
δέξου αυτό που σου ξεδιπλώνουν σε χαρούμενη μέρα οι αδερφές,
τον αληθόλογο χρησμό. Μα εσείς, που ακολουθείτε τις μοίρες,
τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Θα έρθει σε σένα σύντομα, φέρνοντας ό,τι ποθούν οι νιόπαντροι,
ο Έσπερος, θα έρθει με ευνοϊκό άστρο η σύζυγος,
που θα πλημμυρίσει τον νου σου με έρωτα που λυγίζει την ψυχή
και θα ετοιμαστεί να σμίξει μαζί σου νωχελικούς ύπνους,
απλώνοντας τα λεία της μπράτσα κάτω απ’ τον δυνατό σου σβέρκο.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Κανένα σπίτι δεν στέγασε ποτέ τέτοιους έρωτες,
κανένας έρωτας δεν ένωσε με τέτοιο δεσμό εραστές
σαν αυτόν που έχει η Θέτιδα, σαν την ομόνοια του Πηλέα.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Θα σας γεννηθεί ο Αχιλλέας, δίχως φόβο,
γνωστός στους εχθρούς όχι απ’ την πλάτη, μα απ’ το γενναίο στήθος,
που πολύ συχνά νικητής στον ασταθή αγώνα του δρόμου
θα ξεπερνά τα φλογερά ίχνη της γοργής ελαφίνας.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Κανένας ήρωας δεν θα του παραβγεί στον πόλεμο,
όταν οι φρυγικοί κάμποι θα ρέουν από τευκρικό αίμα
και πολιορκώντας τα τρωικά τείχη σε μακρόχρονο πόλεμο
θα τα ρημάξει ο τρίτος κληρονόμος του επίορκου Πέλοπα.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Τις εξαίσιες αρετές του και τα ξακουστά έργα
συχνά θα ομολογούν στην κηδεία των γιων τους οι μανάδες,
όταν θα λύνουν τα αχτένιστα μαλλιά απ’ το γκρίζο κεφάλι
και θα μελανιάζουν τα μαραμένα στήθη με τ’ αδύναμα χέρια.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Γιατί όπως ο θεριστής, κόβοντας τα πυκνά στάχυα
κάτω απ’ τον φλογερό ήλιο θερίζει τα ξανθά χωράφια,
έτσι θα ρίξει κάτω τα σώματα των Τρώων με εχθρικό σίδερο.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Μάρτυρας των μεγάλων αρετών θα είναι το κύμα του Σκάμανδρου,
που σκόρπιο χύνεται στον ορμητικό Ελλήσποντο,
που στενεύοντας τον δρόμο του με σωρούς σφαγμένων σωμάτων
θα ζεσταίνει τα βαθιά του ρεύματα ανακατεμένα με φόνο.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Τέλος μάρτυρας θα είναι κι η λεία που δόθηκε στον θάνατο,
όταν η στρογγυλή πυρά, στοιβαγμένη σε ψηλό ανάχωμα,
θα δεχτεί τα χιονόλευκα μέλη της σφαγμένης παρθένας.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Γιατί μόλις η τύχη δώσει στους κουρασμένους Αχαιούς τη δυνατότητα
να λύσουν τα ποσειδώνια δεσμά της δαρδανικής πόλης,
ο ψηλός τάφος θα βραχεί απ’ το αίμα της Πολυξένης,
που, σαν θύμα που πέφτει από δίκοπο σίδερο,
θα ρίξει κάτω το ακέφαλο σώμα με λυγισμένο γόνατο.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Γι’ αυτό εμπρός, ενώστε τους ποθητούς έρωτες της ψυχής.
Ας δεχτεί ο σύζυγος με ευτυχισμένο δεσμό τη θεά,
ας παραδοθεί επιτέλους η νύφη στον διψασμένο σύζυγο.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.
Δεν θα μπορέσει η παραμάνα, γυρίζοντας το χάραμα,
να ζώσει τον λαιμό της με τη χτεσινή κλωστή
(τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια),
κι ούτε η αγωνιώδης μάνα, θλιμμένη για την κόρη που κοιμάται χώρια,
θα πάψει να ελπίζει αγαπημένα εγγόνια.
Τρέξτε τραβώντας τα νήματα, τρέξτε, αδράχτια.»
Τέτοιες ευτυχισμένες προφητείες για τον Πηλέα κάποτε
τραγούδησαν οι Μοίρες με θεσπέσιο στήθος.
Γιατί άλλοτε, αυτοπροσώπως, τα αγνά σπίτια να επισκέπτονται
των ηρώων και να φανερώνονται σε θνητή συντροφιά
συνήθιζαν οι ουρανοκάτοικοι, όσο η ευσέβεια δεν είχε ακόμη περιφρονηθεί.
Συχνά ο πατέρας των θεών, στον αστραφτερό ναό, γυρίζοντας
όταν έφταναν οι ετήσιες θυσίες στις γιορτινές μέρες,
είδε εκατό ταύρους να πέφτουν στη γη.
Συχνά ο πλανερός Βάκχος, στην ψηλή κορφή του Παρνασσού,
οδήγησε τις Θυιάδες που κραύγαζαν «ευοί» με λυτά μαλλιά,
όταν οι Δελφοί, ορμώντας απ’ όλη την πόλη συναγωνιζόμενοι,
υποδέχονταν χαρούμενοι τον θεό με βωμούς που κάπνιζαν.
Συχνά στη θανατηφόρα μάχη του πολέμου ο Άρης
ή η δέσποινα του ορμητικού Τρίτωνα ή η ραμνούσια παρθένα
παρόντες παρότρυναν τις οπλισμένες φάλαγγες των ανθρώπων.
Μα αφού η γη ποτίστηκε με ανόσιο έγκλημα,
κι όλοι έδιωξαν τη δικαιοσύνη απ’ τον άπληστο νου,
τα αδέρφια έβαψαν τα χέρια με αδερφικό αίμα,
έπαψε ο γιος να θρηνεί τους πεθαμένους γονείς,
ποθούσε ο πατέρας τον θάνατο του νεαρού γιου
για ν’ απολαύσει ελεύθερα το άνθος της ανύπαντρης μητριάς,
η ασεβής μάνα, ξαπλώνοντας κάτω απ’ τον ανίδεο γιο,
ασεβής δεν φοβήθηκε να βεβηλώσει τους θεούς προγόνους,
όλα, τα όσια με τ’ ανόσια, ανακατεμένα με κακή μανία,
απομάκρυναν από μας τη δικαιοκρίτρια βούληση των θεών.
Γι’ αυτό ούτε καταδέχονται να επισκέπτονται τέτοιες συντροφιές
ούτε ανέχονται να τους αγγίζει το καθάριο φως.
Peliaco quondam prognatae vertice pinus
dicuntur liquidas Neptuni nasse per undas
Phasidos ad fluctus et fines Aeeteos,
cum lecti iuvenes, Argivae robora pubis,
auratam optantes Colchis avertere pellem
ausi sunt vada salsa cita decurrere puppi,
caerula verrentes abiegnis aequora palmis.
diva quibus retinens in summis urbibus arces
ipsa levi fecit volitantem flamine currum,
pinea coniungens inflexae texta carinae.
illa rudem cursu prima imbuit Amphitriten.
quae simul ac rostro ventosum proscidit aequor
tortaque remigio spumis incanduit unda,
emersere freti candenti e gurgite vultus
aequoreae monstrum Nereides admirantes.
illa, siqua alia, viderunt luce marinas
mortales oculis nudato corpore nymphas
nutricum tenus exstantes e gurgite cano.
tum Thetidis Peleus incensus fertur amore,
tum Thetis humanos non despexit hymenaeos,
tum Thetidi pater ipse iugandum Pelea sensit.
o nimis optato saeclorum tempore nati
heroes, salvete, deum genus, o bona matrum
progenies, salvete iterum
vos ego saepe meo, vos carmine compellabo,
teque adeo eximie taedis felicibus aucte
Thessaliae columen Peleu, cui Iuppiter ipse,
ipse suos divum genitor concessit amores.
tene Thetis tenuit pulcherrirma Nereine?
tene suam Tethys concessit ducere neptem
Oceanusque, mari totum qui amplectitur orbem?
quae simul optatae finito tempore luces
advenere, domum conventu tota frequentat
Thessalia, oppletur laetanti regia coetu:
dona ferunt prae se, declarant gaudia vultu.
deseritur Cieros, linquunt Phthiotica Tempe
Crannonisque domos ac moenia Larisaea,
Pharsalum coeunt, Pharsalia tecta frequentant.
rura colit nemo, mollescunt colla iuvencis,
non humilis curvis purgatur vinea rastris,
non glaebam prono convellit vomere taurus,
non falx attenuat frondatorum arboris umbram,
squalida desertis robigo infertur aratris.
ipsius at sedes, quacumque opulenta recessit
regia, fulgenti splendent auro atque argento.
candet ebur soliis, conlucent pocula mensae,
tota domus gaudet regali splendida gaza.
pulvinar vero divae geniale locatur
sedibus in mediis, Indo quod dente politum
tincta tegit roseo conchyli purpura fuco.
haec vestis priscis hominum variata figuris
heroum mira virtutes indicat arte.
namque fluentisono prospectans litore Diae
Thesea cedentem celeri cum classe tuetur
indomitos in corde gerens Ariadna furores,
necdum etiam sese quae visit visere credit,
ut pote fallaci quae tunc primum excita somno
desertam in sola miseram se cernat harena.
immemor at iuvenis fugiens pellit vada remis,
irrita ventosae linquens promissa procellae.
quem procul ex alga maestis Minois ocellis
saxea ut effigies bacchantis prospicit, eheu,
prospicit et magnis curarum fluctuat undis,
non flavo retinens subtilem vertice mitram,
non contecta levi velatum pectus amictu,
non tereti strophio lactentis vincta papillas,
omnia quae toto delapsa e corpore passim
ipsius ante pedes fluctus salis adludebant.
sic neque tum mitrae neque tum fluitantis amictus
illa vicem curans toto ex te pectore, Theseu,
toto animo, tota pendebat perdita mente.
ah misera, adsiduis quam luctibus exsternavit
spinosas Erycina serens in pectore curas
illa tempestate, ferox quo ex tempore Theseus
egressus curvis e litoribus Piraei
attigit iniusti regis Gortynia tecta.
nam perhibent olim crudeli peste coactam
Androgeoneae poenas exsolvere caedis
electos iuvenes simul et decus innuptarum
Cecropiam solitam esse dapem dare Minotauro.
quis angusta malis cum moenia vexarentur,
ipse suum Theseus pro caris corpus Athenis
proicere optavit potius quam talia Cretam
funera Cecropiae nec funera portarentur.
atque ita nave levi nitens ac lenibus auris
magnanimum ad Minoa venit sedesque superbas.
hunc simul ac cupido conspexit lumine virgo
regia, quam suavis exspirans castus odores
lectulus in molli complexu matris alebat,
quales Eurotae progignunt flumina myrtos
aurave distinctos educit verna colores,
non prius ex illo flagrantia declinavit
lumina quam cuncto concepit corpore flammam
funditus atque imis exarsit tota medullis.
heu misere exagitans immiti corde furores,
sancte puer, curis hominum qui gaudia misces,
quaeque regis Golgos quaeque Idalium frondosum,
qualibus incensam iactastis mente puellam
fluctibus in flavo saepe hospite suspirantem!
quantos illa tulit languenti corde timores,
quanto saepe magis fulgore expalluit auri,
cum saevum cupiens contra contendere monstrum
aut mortem appeteret Theseus aut praemia laudis.
non ingrata tamen frustra munuscula divis
promittens tacito succendit vota labello.
nam velut in summo quatientem bracchia Tauro
quercum aut conigeram sudanti cortice pinum
indomitus turbo contorquens flamine robur
eruit (illa procul radicitus exturbata
prona cadit, † lateque cum eius obvia frangens),
sic domito saevum prostravit corpore Theseus
nequiquam vanis iactantem cornua ventis.
inde pedem sospes multa cum laude reflexit
errabunda regens tenui vestigia filo,
ne labyrintheis e flexibus egredientem
tecti frustraretur inobservabilis error.
sed quid ego a primo digressus carmine plura
commemorem, ut linquens genitoris filia vultum,
ut consanguineae complexum, ut denique matris,
quae misera in gnata deperdita laetabatur,
omnibus his Thesei dulcem praeoptarit amorem,
aut ut vecta rati spumosa ad litora Diae
venerit, aut ut eam devinctam lumina somno
liquerit immemori discedens pectore coniunx?
saepe illam perhibent ardenti corde furentem
clarisonas imo fudisse ex pectore voces,
ac tum praeruptos tristem conscendere montes
unde aciem in pelagi vastos protenderet aestus,
tum tremuli salis adversas procurrere in undas
mollia nudatae tollentem tegmina surae,
atque haec extremis maestam dixisse querelis,
frigidulos udo singultus ore cientem:
sicine me patriis avectam, perfide, ab aris,
perfide, deserto liquisti in litore, Theseu?
sicine discedens neglecto numine divum
immernor ah devota domum periuria portas?
nullane res potuit crudelis flectere mentis
consilium? tibi nulla fuit clementia praesto
immite ut nostri vellet miserescere pectus?
at non haec quondam blanda promissa dedisti
voce mihi, non haec miserae sperare iubebas,
sed conubia laeta, sed optatos hymenaeos:
quae cuncta aerii discerpunt irrita venti.
nunc iam nulla viro iuranti femina credat,
nulla viri speret sermones esse fideles:
quis dum aliquid cupiens animus praegestit apisci,
nil metuunt iurare, nihil promittere parcunt:
sed simul ac cupidae mentis satiata libido est,
dicta nihil meminere, nihil periuria curant.
certe ego te in medio versantem turbine leti
eripui et potius germanum amittere crevi
quam tibi fallaci supremo in tempore deessem:
pro quo dilaceranda feris dabor alitibusque
praeda neque iniecta tumulabor mortua terra.
quaenam te genuit sola sub rupe leaena,
quod mare conceptum spumantibus exspuit undis.
quae Syrtis, quae Scylla rapax, quae vasta Charybdis,
talia qui reddis pro dulci praemia vita?
si tibi non cordi fuerant conubia nostra,
saeva quod horrebas prisci praecepta parentis,
at tamen in vestras potuisti ducere sedes
quae tibi iucundo famularer serva labore
candida permulcens liquidis vestigia lymphis
purpureave tuum constemens veste cubile.
sed quid ego ignaris nequiquam conqueror auris
exsternata malo, quae nullis sensibus auctae
nec missas audire queunt nec reddere voces?
ille autem prope iam mediis versatur in undis,
nec quisquam adparet vacua mortalis in alga.
sic nimis insultans extremo tempore saeva
fors etiam nostris invidit questibus auris.
Iuppiter omnipotens, utinam ne tempore primo
Gnosia Cecropiae tetigissent litora puppes,
indomito nec dira ferens stipendia tauro
perfidus in Creta religasset navita funem,
nec malus hic celans dulci crudelia forma
consilia in nostris requiesset sedibus hospes!
nam quo me referam? quali spe perdita nitor?
Idaeosne petam montes? ah, gurgite lato
discernens ponti truculentum ubi dividit aequor?
an patris auxilium sperem, quemne ipsa reliqui
respersum iuvenem fraterna caede secuta?
coniugis an fido consoler memet amore,
quine fugit lentos incurvans gurgite remos?
praeterea nullo litus, sola insula, tecto,
nec patet egressus pelagi cingentibus undis:
nulla fugae ratio, nulla spes: omnia muta,
omnia sunt deserta, ostentant omnia letum.
non tamen ante mihi languescent lumina morte,
nec prius a fesso secedent corpore sensus
quam iustam a divis exposcam prodita multam
caelestumque fidem postrema comprecer hora.
quare, facta virum multantes vindice poena
Eumenides, quibus anguino redimita capillo
frons exspirantis praeportat pectoris iras,
huc huc adventate, meas audite querelas,
quas ego, vae miserae, extremis proferre medullis
cogor inops, ardens, amenti caeca furore.
quae quoniam verae nascuntur pectore ab imo,
vos nolite pati nostrum vanescere luctum,
sed quali solam Theseus me mente reliquit,
tali mente, deae, funestet seque suosque.
has postquam maesto profudit pectore voces
supplicium saevis exposcens anxia factis,
adnuit invicto caelestum numine rector,
quo nutu tellus atque horrida contremuerunt
aequora concussitque micantia sidera mundus.
ipse autem caeca mentem caligine Theseus
consitus oblito dimisit pectore cuncta
quae mandata prius constanti mente tenebat,
dulcia nec maesto sustollens signa parenti
sospitem Erechtheum se ostendit visere portum
namque ferunt olim, classi cum moenia divae
linquentem gnatum ventis concrederet Aegeus,
talia complexum iuveni mandata dedisse:
gnate mihi longe iucundior unice vita,
gnate, ego quem in dubios cogor dimittere casus
reddite in extrema nuper mihi fine senectae,
quandoquidem fortuna mea ac tua fervida virtus
eripit invito mihi te, cui languida nondum
lumina sunt gnati cara saturata figura,
non ego te gaudens laetanti pectore mittam,
nec te ferre sinam fortunae signa secundae,
sed primum multas expromam mente querelas
canitiem terra atque infuso pulvere foedans,
inde infecta vago suspendam lintea malo,
nostros ut luctus nostraeque incendia mentis
carbasus obscurata decet ferrugine Hibera.
quod tibi si sancti concesserit incola Itoni,
quae nostrum genus ac sedes defendere Erechthei
adnuit, ut tauri respergas sanguine dextram,
tum vero facito ut memori tibi condita corde
haec vigeant mandata, nec ulla oblitteret aetas,
ut simul ac nostros invisent lumina collis,
funestam antennae deponant undique vestem
candidaque intorti sustollant vela rudentes,
quam primum cernens ut laeta gaudia mente
agnoscam, cum te reducem aetas prospera sistet.
haec mandata prius constanti mente tenentem
Thesea ceu pulsae ventorum flamine nubes
aerium nivei montis liquere cacumen.
at pater, ut summa prospectum ex arce petebat
anxia in adsiduos absumens lumina fletus,
cum primum inflati conspexit lintea veli,
praecipitem sese scopulorum e vertice iecit
amissum credens immiti Thesea fato.
sic funesta domus ingressus tecta paterna
morte ferox Theseus, qualem Minoidi luctu
obtulerat mente immemori, talem ipse recepit.
quae tum prospectans cedentem maesta carinam
multiplices animo volvebat saucia curas.
at parte ex alia florens volitabat Iacchus
cum thiaso satyrorum et Nysigenis silenis
te quaerens, Ariadna, tuoque incensus arnore.
quae tum alacres passim lymphata mente furebant
euhoe bacchantes, euhoe capita inflectentes.
harum pars tecta quatiebant cuspide thyrsos,
pars e divulso iactabant membra iuvenco,
pars sese tortis serpentibus incingebant,
pars obscura cavis celebrabant orgia cistis,
orgia quae frustra cupiunt audire profani,
plangebant aliae proceris tympana palmis
aut tereti tenuis tinnitus aere ciebant,
multis raucisonos efflabant cornua bombos
barbaraque horribili stridebat tibia cantu.
talibus amplifice vestis decorata figuris
pulvinar complexa suo velabat amictu.
quae postquam cupide spectando Thessala pubes
expleta est, sanctis coepit decedere divis.
hic, qualis flatu placidum mare matutino
horrificans Zephyrus proclivas incitat undas
aurora exoriente vagi sub limina solis,
quae tarde primum clementi flamine pulsae
procedunt, leviterque sonant plangore cachinni,
post vento crescente magis magis increbescunt
purpureaque procul nantes ab luce refulgent,
sic tum vestibuli linquentes regia tecta
ad se quisque vago passim pede discedebant.
quorum post abitum princeps e vertice Peli
advenit Chiron portans silvestria dona:
nam quoscumque ferunt campi, quos Thessala magnis
montibus ora creat, quos propter fluminis undas
aura parit flores tepidi fecunda Favoni,
hos indistinctis plexos tulit ipse corollis,
quo permulsa domus iucundo risit odore.
confestim Penios adest, viridantia Tempe,
Tempe quae silvae cingunt super impendentes,
naiasin linquens Doris celebranda choreis,
non vacuus: namque ille tulit radicitus altas
fagos ac recto proceras stipite laurus,
non sine nutanti platano lentaque sorore
flammati Phaethontis et aeria cupressu.
haec circum sedes late contexta locavit,
vestibulum ut molli velatum fronde vireret.
post hunc consequitur sollerti corde Prometheus
extenuata gerens veteris vestigia poenae
quam quondam silici restrictus membra catena
persolvit pendens e verticibus praeruptis.
inde pater divum sancta cum coniuge natisque
advenit, caelo te solum, Phoebe, relinquens
unigenamque simul cultricem montibus Idri:
Pelea nam tecum pariter soror adspernata est
nec Thetidis taedas voluit celebrare iugalis.
qui postquam niveis flexerunt sedibus artus,
large multiplici constructae sunt dape mensae,
cum interea infirmo quatientes corpora motu
veridicos Parcae coeperunt edere cantus.
his corpus tremulum complectens undique vestis
candida purpurea talos incinxerat ora,
at roseae niveo residebant vertice vittae,
aeternumque manus carpebant rite laborem.
laeva colum molli lana retinebat amictum,
dextera tum leviter deducens fila supinis
formabat digitis, tum prono in pollice torquens
libratum tereti versabat turbine fusum,
atque ita decerpens aequabat semper opus dens,
laneaque aridulis haerebant morsa labellis
quae prius in levi fuerant exstantia filo.
ante pedes autem candentis mollia lanae
vellera virgati custodibant calathisci.
haec tum clarisona vellentes vellera voce
talia divino fuderunt carmine fata,
carmine perfidiae quod post nulla arguet aetas:
o decus eximium magnis virtutibus augens,
Emathiae tutamen opis, clarissime nato,
accipe quod laeta tibi pandunt luce sorores,
veridicum oraclum. sed vos, quae fata secuntur,
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
adveniet tibi iam portans optata maritis
Hesperus, adveniet fausto cum sidere coniunx,
quae tibi flexanimo mentem perfundat amore
languidulosque paret tecum coniungere somnos
levia substernens robusto bracchia collo.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
nulla domus tales unquam contexit amores,
nullus amor tali coniunxit foedere amantes
qualis adest Thetidi, qualis concordia Peleo.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
nascetur vobis expers terroris Achilles,
hostibus haud tergo, sed forti pectore notus,
qui persaepe vago victor certamine cursus
flammea praevertet celeris vestigia cervae.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
non illi quisquam bello se conferet heros,
cum Phrygii Teucro manabunt sanguine campi
Troicaque obsidens longinquo moenia bello
periuri Pelopis vastabit tertius heres.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
illius egregias virtutes claraque facta
saepe fatebuntur gnatorum in funere matres,
cum incultum cano solvent a vertice crinem
putridaque infirmis variabunt pectora palmis.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
namque velut densas praecerpens messor aristas
sole sub ardenti flaventia demetit arva,
Troiugenum infesto prosternet corpora ferro.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
testis erit magnis virtutibus unda Scamandri,
quae passim rapido diffunditur Hellesponto,
cuius iter caesis angustans corporum acervis
alta tepefaciet permixta flumina caede.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
denique testis erit morti quoque reddita praeda
cum teres excelso coacervatum aggere bustum
excipiet niveos percussae virginis artus.
Currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
nam simul ac fessis dederit fors copiam Achivis
urbis Dardaniae Neptunia solvere vincla,
alta Polyxenia madefient caede sepulcra,
quae, velut ancipiti succumbens victima ferro,
proiciet truncum submisso poplite corpus.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
quare agite optatos animi coniungite amores.
accipiat coniunx felici foedere divam,
dedatur cupido iam dudum nupta marito.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
non illam nutrix orienti luce revisens
hesterno collum poterit circumdare filo
(currite ducentes subtegmina, currite, fusi),
anxia nec mater discordis maesta puellae
secubitu caros mittet sperare nepotes.
currite ducentes subtegmina, currite, fusi.
talia praefantes quondam felicia Pelei
carmina divino cecinerunt pectore Parcae.
praesentes namque ante domos invisere castas
heroum et sese mortali ostendere coetu
caelicolae nondum spreta pietate solebant.
saepe pater divum templo in fulgente, revisens
annua cum festis venissent sacra diebus,
conspexit terra centum procumbere tauros.
saepe vagus Liber Parnasi vertice summo
Thyiadas effusis euantis crinibus egit,
cum Delphi tota certatim ex urbe ruentes
acciperent laeti divum fumantibus aris.
saepe in letifero belli certamine Mavors
aut rapidi Tritonis era aut Rhamnusia virgo
armatas hominum est praesens hortata catervas.
sed postquam tellus scelere est imbuta nefando,
iustitiamque omnes cupida de mente fugarunt,
perfudere manus fraterno sanguine fratres,
destitit exstinctos natus lugere parentes,
optavit genitor primaevi funera nati
Liber ut innuptae poteretur flore novercae,
ignaro mater substernens se impia nato
impia non verita est divos scelerare parentes,
omnia fanda nefanda malo permixta furore
iustificam nobis mentem avertere deorum.
quare nec talis dignantur visere coetus
nec se contingi patiuntur lumine claro.
Αν κι εμένα, εξαντλημένον από αδιάκοπη θλίψη, ο πόνος
με τραβά μακριά απ’ τις λόγιες παρθένες, Ορτάλε,
κι ο νους της ψυχής μου δεν μπορεί να βγάλει τους γλυκούς
καρπούς των Μουσών: τόσο κλυδωνίζεται ο ίδιος από συμφορές —
γιατί μόλις τώρα στη ληθαία δίνη το χλομό πόδι
του αδερφού μου το λούζει το κύμα που κυλά,
αυτόν που η τρωική γη, κάτω απ’ τη ροιτεία ακτή,
αρπαγμένον απ’ τα μάτια μας τον συνθλίβει.
Ποτέ πια εγώ εσένα, αδερφέ πιο αγαπητέ κι απ’ τη ζωή,
δεν θα σε δω από δω και μπρος: μα σίγουρα πάντα θα σ’ αγαπώ,
πάντα θλιμμένα τραγούδια για τον θάνατό σου θα τραγουδώ,
τέτοια που κάτω απ’ τους πυκνούς ίσκιους των κλαδιών τραγουδά
η Δαυλιάδα θρηνώντας τη μοίρα του χαμένου Ίτυλου
όμως, μέσα σε τόση θλίψη, Ορτάλε, σου στέλνω
αυτά τα τραγούδια του Βαττιάδη, μεταφρασμένα,
για να μη νομίσεις πως τα λόγια σου, ανώφελα εμπιστευμένα στους πλανερούς ανέμους,
ξέφυγαν τυχόν απ’ τον νου μου,
όπως ένα μήλο, σταλμένο ως κρυφό δώρο του μνηστήρα,
κυλά μέσ’ απ’ τον αγνό κόρφο της παρθένας,
που, τοποθετημένο κάτω απ’ το μαλακό φόρεμα της δύστυχης ξεχασιάρας,
καθώς εκείνη πετάγεται στον ερχομό της μάνας, τινάζεται·
κι εκείνο, με ορμή, κατρακυλά στην κατηφόρα,
κι εκείνης ανεβαίνει στο θλιμμένο πρόσωπο κόκκινο, ένοχο.
Etsi me adsiduo defectum cura dolore
sevocat a doctis, Ortale, virginibus,
nec potis est dulcis Musarum expromere fetus
mens animi: tantis fluctuat ipsa malis,—
namque mei nuper Lethaeo gurgite fratris
pallidulum manans adluit unda pedem,
Troia Rhoeteo quem subter litore tellus
Ereptum nostris obterit ex oculis.
nunquam ego te vita frater amabilior
adspiciam posthac: at certe semper amabo,
semper maesta tua carmina morte canam,
qualia sub densis ramorum concinit umbris
Daulias absumpti fata gemens Ityli,—
sed tamen in tantis maeroribus, Ortale, mitto
haec expressa tibi carmina Battiadae,
ne tua dicta vagis nequiquam credita ventis
effluxisse meo forte putes animo,
ut missum sponsi furtivo munere malum
procurrit casto virginis e gremio,
quod miserae oblitae molli sub veste locatum,
dum adventu matris prosilit, excutitur;
atque illud prono praeceps agitur decursu,
huic manat tristi conscius ore rubor.
Αυτός που ξεχώρισε όλα τα φώτα του μεγάλου κόσμου,
που έμαθε τις ανατολές και τις δύσεις των άστρων,
πώς σκοτεινιάζει η φλογερή λάμψη του γοργού ήλιου,
πώς υποχωρούν τ’ άστρα σε ορισμένους καιρούς,
πώς η Τριβία, εξορίζοντας κρυφά κάτω απ’ τους λάτμιους βράχους,
ο γλυκός έρωτας την κατεβάζει απ’ τον αέρινο κύκλο της,
ο ίδιος εκείνος ο Κόνων με είδε στο ουράνιο φως,
εμένα, την πλεξούδα απ’ το κεφάλι της Βερενίκης,
να λάμπω καθαρά, εμένα που εκείνη σε όλους τους θεούς
τείνοντας τα λεία της μπράτσα με έταξε,
τον καιρό που ο βασιλιάς, αυξημένος με νέο γάμο,
είχε πάει να ρημάξει τα ασσυριακά σύνορα,
κουβαλώντας τα γλυκά σημάδια της νυχτερινής πάλης
που είχε δώσει για τα παρθενικά λάφυρα.
Μισητή είναι η Αφροδίτη στις νιόπαντρες, κι οι χαρές
των γονιών ματαιώνονται με ψεύτικα δακρυάκια
που άφθονα χύνουν μέσα στα κατώφλια της κάμαρας;
Όχι, μα τους θεούς, αληθινά στενάζουν, δεν ήταν αληθινά.
Αυτό μου το δίδαξε η βασίλισσά μου με πολλά παράπονα,
καθώς ο νέος της άντρας πήγαινε στις άγριες μάχες.
Μα εσύ δεν θρήνησες το άδειο κρεβάτι που έμεινες μόνη,
αλλά τον θλιβερό χωρισμό απ’ τον αγαπημένο αδερφό;
Πόσο βαθιά έφαγε η έγνοια τα θλιμμένα μεδούλια σου!
Πώς τότε, ταραγμένη ώς τα κατάβαθα του στήθους,
έχασες τον νου, με τις αισθήσεις σου παρμένες! μα εγώ σε ήξερα σίγουρα
από μικρό κορίτσι μεγαλόκαρδη.
Μήπως ξέχασες το γενναίο κατόρθωμα, με το οποίο κέρδισες βασιλικό
γάμο, που πιο γενναίος κανένας άλλος δεν θα τολμούσε;
Μα τότε, θλιμμένη, ξεπροβοδίζοντας τον άντρα σου, τι λόγια είπες!
Δία, πόσο συχνά σκούπισες τα μάτια με το θλιμμένο χέρι!
Ποιος τόσο μεγάλος θεός σε άλλαξε; ή μήπως επειδή οι εραστές
δεν θέλουν να είναι μακριά απ’ το αγαπημένο σώμα;
Και τότε εμένα σε όλους τους θεούς, για τον γλυκό σύζυγο,
όχι χωρίς αίμα ταύρου με έταξες,
αν εκείνος γύριζε. Κι αυτός σε λίγο καιρό
είχε προσθέσει την κατακτημένη Ασία στα σύνορα της Αιγύπτου.
Γι’ αυτά τα κατορθώματα εγώ, δοσμένη στην ουράνια συντροφιά,
ξεπληρώνω με νέο δώρο τους παλιούς όρκους.
Άθελά μου, ω βασίλισσα, έφυγα απ’ το κεφάλι σου,
άθελά μου: ορκίζομαι σ’ εσένα και στο κεφάλι σου:
άξια ας πληρώσει όποιος ορκιστεί μάταια:
μα ποιος θα ζητούσε να είναι ίσος με το σίδερο;
Κι εκείνο το βουνό γκρεμίστηκε, το μέγιστο που στις ακτές
ο λαμπρός απόγονος της Θείας διαπλέει από πάνω,
όταν οι Μήδοι γέννησαν νέα θάλασσα, κι όταν η νιότη
με βάρβαρο στόλο έπλευσε μέσα απ’ τον Άθω.
Τι θα κάνουν οι πλεξούδες, όταν τέτοια πράγματα υποχωρούν στο σίδερο;
Δία, να χαθεί όλη η γενιά των Χαλύβων,
κι αυτός που πρώτος καταπιάστηκε να ψάχνει κάτω απ’ τη γη τις φλέβες
και να σφυρηλατεί τη σκληρότητα του σίδερου!
Οι αδερφές πλεξούδες, αποχωρισμένες λίγο πριν, θρηνούσαν τη μοίρα μου,
όταν ο αδερφός του Αιθίοπα Μέμνονα,
χτυπώντας τον αέρα με τα φτερά που κυματίζουν,
παρουσιάστηκε, το φτερωτό άλογο της Αρσινόης,
κι αυτός, σηκώνοντάς με, πετά μέσ’ απ’ τους αιθέριους ίσκιους
και με τοποθετεί στον αγνό κόρφο της Αφροδίτης.
Η ίδια η Ζεφυρίτιδα είχε στείλει εκεί τον υπηρέτη της,
η ελληνίδα κάτοικος των κανωπικών ακτών,
ώστε όχι μόνο στο ποικίλο φως τ’ ουρανού
το χρυσό στεφάνι απ’ τους κροτάφους της Αριάδνης
να είναι στερεωμένο, αλλά να λάμπουμε κι εμείς,
τα αφιερωμένα λάφυρα του ξανθού κεφαλιού,
εμένα, νοτισμένη απ’ το κλάμα καθώς πήγαινα στους ναούς των θεών,
η θεά με τοποθέτησε νέο άστρο ανάμεσα στα παλιά:
γιατί αγγίζοντας τα φώτα της Παρθένου και του άγριου Λέοντα,
ζευγμένη με την Καλλιστώ, την κόρη του Λυκάονα,
στρέφομαι προς τη δύση, οδηγός μπροστά απ’ τον αργό Βοώτη,
που μόλις και αργά βυθίζεται στον βαθύ Ωκεανό.
Μα αν και τη νύχτα με πατούν τα ίχνη των θεών,
και το φως με ξαναδίνει στη λευκή Τηθύ,
(με την άδειά σου ας μου επιτραπεί να μιλήσω εδώ, ραμνούσια παρθένα:
γιατί εγώ από κανένα φόβο δεν θα κρύψω την αλήθεια,
κι ούτε αν τ’ άστρα με ξεσκίσουν με εχθρικά λόγια,
δεν θα ξεδιπλώσω τα κρυμμένα της αληθινής μου καρδιάς)
δεν χαίρομαι τόσο μ’ αυτά όσο βασανίζομαι που πάντα θα λείπω,
θα λείπω εγώ απ’ το κεφάλι της κυράς μου,
μαζί με την οποία εγώ, όσο ήταν κάποτε παρθένα, στερημένη από όλα
τα μύρα, μαζί ήπια πολλές χιλιάδες.
Τώρα εσάς, που η γαμήλια δάδα σας ένωσε στο ποθητό φως,
μην παραδώσετε τα σώματα στους ομόψυχους συζύγους
γυμνώνοντας τα στήθη με το φόρεμα ριγμένο πίσω,
προτού το όνυχο μου προσφέρει ευχάριστα δώρα,
το δικό σας όνυχο, εσείς που τιμάτε τους νόμους του αγνού κρεβατιού.
Μα εκείνη που δόθηκε σε ακάθαρτη μοιχεία,
αχ, τα κακά της δώρα ας τα πιει άχρηστα η ελαφριά σκόνη:
γιατί εγώ απ’ τους ανάξιους καμιά προσφορά δεν ζητώ.
Αλλά μάλλον, ω νύφες, πάντα η ομόνοια τα σπίτια σας,
πάντα ο έρωτας ας κατοικεί αδιάκοπος.
Κι εσύ, βασίλισσα, όταν κοιτάζοντας τ’ άστρα τη θεά
εξευμενίσεις με γιορτινά φώτα την Αφροδίτη,
μη μ’ αφήσεις, εμένα τη δική σου, στερημένη από μύρο,
αλλά μάλλον προίκισέ με με πλουσιοπάροχα δώρα.
Γιατί με κρατούν τ’ άστρα; μακάρι να ξαναγίνω βασιλική πλεξούδα·
ας έλαμπε ο Ωρίων δίπλα στον Υδροχόο.
Omnia qui magni dispexit lumina mundi,
qui stellarum ortus comperit atque obitus,
flammeus ut rapidi solis nitor obscuretur,
ut cedant certis sidera temporibus,
ut Triviam furtim sub Latmia saxa relegans
dulcis amor gyro devocet aerio,
idem me ille Conon caelesti in lumine vidit
e Bereniceo vertice caesariem
fulgentem clare, quam cunctis illa deorum
levia protendens bracchia pollicita est,
qua rex tempestate novo auctus hymenaeo
vastatum finis iuerat Assyrios,
dulcia nocturnae portans vestigia rixae
quam de virgineis gesserat exuviis.
estne novis nuptis odio Venus, atque parentum
frustrantur falsis gaudia lacrimulis
ubertim thalami quas intra limina fundunt?
non, ita me divi vera gemunt, iuerint.
id mea me multis docuit regina querelis
invisente novo proelia torva viro.
at tu non orbum luxti deserta cubile,
sed fratris cari flebile discidium?
quam penitus maestas exedit cura medullas!
ut tibi tunc toto pectore sollicitae
sensibus ereptis mens excidit! at te ego certe
cognoram a parva virgine magnanimam.
anne bonum oblita es facinus, quo regium adepta es
coniugium, quod non fortior ausit alis?
sed tum maesta virum mittens quae verba locuta es!
Iuppiter, ut tristi lumina saepe manu!
quis te mutavit tantus deus? an quod amantes
non longe a caro corpore abesse volunt?
atque ibi me cunctis pro dulci coniuge divis
non sine taurino sanguine pollicita es,
si reditum tetulisset. is haud in tempore longo
captam Asiam Aegypti finibus addiderat.
quis ego pro factis caelesti reddita coetu
pristina vota novo munere dissolvo.
invita, o regina, tuo de vertice cessi,
invita: adiuro teque tuumque caput:
digna ferat quod si quis inaniter adiurarit:
sed qui se ferro postulet esse parem?
ille quoque eversus mons est quem maximum in oris
progenies Thiae clara supervehitur,
cum Medi peperere novum mare, cumque inventus
per medium classi barbara navit Athon.
quid facient crines, cum ferro talia cedant?
Iuppiter, ut Chalybon omne genus pereat,
et qui principio sub terra quaerere venas
institit ac ferri fingere duritiem!
abiunctae paulo ante comae mea fata sorores
lugebant, cum se Memnonis Aethiopis
unigena impellens nutantibus aera pennis
obtulit Arsinoes † elocridicos ales equus,
isque per aetherias me tollens avolat umbras
et Veneris casto conlocat in gremio.
ipsa suum Zephyritis eo famulum legarat,
Graia Canopiis incola litoribus,
†hi dii ven ibi vario ne solum in lumine caeli
ex Ariadneis aurea temporibus
fixa corona foret, sed nos quoque fulgeremus
devotae flavi verticis exuviae,
uvidulam a fletu cedentem ad temple deum me
sidus in antiquis diva novum posuit:
Virginis et saevi contingens namque Leonis
lumina, Callisto iuncta Lycaoniae,
vertor in occasum, tardum dux ante Booten,
qui vix sero alto mergitur Oceano.
sed quamquam me nocte premunt vestigia divum,
lux autem canae Tethyi restituit,
(pace tua fari hic liceat, Rhamnusia virgo:
namque ego non ullo vera timore tegam,
nec si me infestis discerpent sidera dictis,
condita quin veri pectoris evoluam)
non his tam laetor rebus quam me afore semper
afore me a dominae vertice discrucior,
quicum ego, dum virgo quondam fuit, omnibus expers
unguentis, una milia multa bibi.
nunc vos optato quom iunxit lumine taeda,
non prius unanimis corpora coniugibus
tradite nudantes reiecta veste papillas,
quam iucunda mihi munera libet onyx,
vester onyx, casto colitis quae iura cubili.
sed quae se impuro dedit adulterio,
illius ah mala dona levis bibat irrita pulvis:
namque ego ab indignis praemia nulla peto.
sed magis, o nuptae, semper concordia vestras,
semper amor sedes incolat adsiduus.
tu vero, regina, tuens cum sidera divam
placabis festis luminibus Venerem,
unguinis expertem non siris esse tuam me,
sed potius largis adfice muneribus.
sidera cur retinent? utinam coma regia fiam
proximus Hydrochoi fulgeret Oarion.
Ω εσύ, ευχάριστη στον γλυκό σύζυγο, ευχάριστη στον πατέρα,
γεια σου, κι ο Δίας να σε αυξήσει με καλή δύναμη,
Πόρτα, που λένε πως υπηρέτησες πρόθυμα τον Βάλβο
άλλοτε, όταν ο ίδιος ο γέρος κρατούσε το σπίτι,
και που λένε πως πάλι υπηρέτησες με κακή διάθεση,
αφού, με τον γέρο ξαπλωμένο νεκρό, έγινες πόρτα παντρεμένης,
πες μας λοιπόν γιατί λες πως άλλαξες
κι εγκατέλειψες την πίστη στον παλιό σου αφέντη.
«Όχι (έτσι να ευχαριστήσω τον Καικίλιο, στον οποίο τώρα με παρέδωσαν)
δεν φταίω εγώ, αν και λέγεται πως φταίω εγώ,
κι ούτε μπορεί κανείς να πει πως έκανα εγώ κανένα σφάλμα:
μα ο κόσμος, που σε κάνει πόρτα!
που, όποτε βρεθεί κάτι κακό καμωμένο,
όλοι σε μένα φωνάζουν, Πόρτα, εσύ φταις.»
Δεν φτάνει να το πεις αυτό μ’ έναν λόγο,
αλλά να κάνεις ώστε ο καθένας να το νιώσει και να το δει.
«Πώς μπορώ; κανείς δεν ρωτά ούτε κοπιάζει να μάθει.»
Εμείς θέλουμε· μη διστάζεις να μας πεις.
«Πρώτα λοιπόν, το ότι λέγεται πως παραδόθηκε σ’ εμάς παρθένα,
είναι ψέμα. Δεν την άγγιξε ο πρώτος της άντρας,
που το εργαλείο του, κρεμασμένο πιο νωθρό κι απ’ το τρυφερό παντζάρι,
ποτέ δεν σηκώθηκε ώς τη μέση του χιτώνα:
αλλά ο πατέρας του, λένε, βεβήλωσε το κρεβάτι του γιου
και μόλυνε το δύστυχο σπίτι με έγκλημα,
είτε γιατί ο ασεβής νους του φλεγόταν από τυφλό έρωτα,
είτε γιατί ο γιος ήταν ανίκανος, με στείρο σπόρο,
κι έπρεπε να βρεθεί από κάπου εκείνο το πιο νευρώδες
που θα μπορούσε να λύσει την παρθενική ζώνη.»
Εξαίσιο πατέρα μού διηγείσαι, θαυμαστής ευσέβειας,
που ο ίδιος κατούρησε στον κόρφο του γιου του.
«Κι όμως, όχι μόνο αυτό λέει πως ξέρει
η Βρίξια, ξαπλωμένη κάτω απ’ τη σκοπιά της Κύκνειας,
που την προσπερνά με μαλακό ρεύμα ο ξανθός Μέλλας,
η Βρίξια, η αγαπημένη μάνα της δικής μου Βερόνας,
αλλά μιλά και για τον έρωτα του Ποστούμιου και του Κορνήλιου,
με τους οποίους εκείνη έκανε κακή μοιχεία.»
Θα πει εδώ κάποιος: τι; εσύ, Πόρτα, τα ξέρεις αυτά,
εσύ που ποτέ δεν σου επιτρέπεται να λείψεις απ’ το κατώφλι του αφέντη,
ούτε ν’ ακούς τον κόσμο, αλλά, καρφωμένη εδώ στο δοκάρι,
μόνο να κλείνεις συνηθίζεις ή ν’ ανοίγεις το σπίτι;
«Συχνά την άκουσα να μιλά με κρυφή φωνή
μόνη με τις υπηρέτριες για τις αισχρότητές της αυτές,
ονομάζοντας αυτούς που είπαμε, καθώς σε μένα
δεν περίμενε πως έχω ούτε γλώσσα ούτε αφτί.
Επιπλέον πρόσθετε κάποιον, που δεν θέλω να τον πω
με το όνομά του, μη σηκώσει τα κόκκινα φρύδια.
Είναι ψηλός άνθρωπος, στον οποίο έφερε κάποτε μεγάλες δίκες
μια ψεύτικη γέννα από ψεύτικη κοιλιά.»
O dulci iucunda viro, iucunda parenti,
salve, teque bona Iuppiter auctet ope,
Ianua, quam Balbo dicunt servisse benigne
olim, cum sedes ipse senex tenuit,
quamque ferunt rursus voto servisse maligne,
postquam es porrecto facta marita sene,
dic agedum nobis quare mutata feraris
in dominum veterem deseruisse fidem.
non (ita Caecilio placeam, cui tradita nunc sum)
culpa mea est, quamquam dicitur esse mea,
nec peccatum a me quisquam pote dicere quicquam:
†verum istius populi ianua qui te facit!
qui, quacumque aliquid reperitur non bene factum,
ad me omnes clamant, Ianua, culpa tua est.
non istuc satis est uno te dicere verbo,
sed facere ut quivis sentiat et videat.
qui possum? nemo quaerit nec scire laborat.
nos volumus; nobis dicere ne dubita.
primum igitur, virgo quod fertur tradita nobis,
falsum est. non illam vir prior attigerit,
languidior tenera cui pendens sicula beta
nunquam se mediam sustulit ad tunicam:
sed pater illius gnati violasse cubile
dicitur et miseram conscelerasse domum,
sive quod impia mens caeco flagrabat amore,
seu quod iners sterili semine natus erat
et quaerendus is unde foret nervosius illud
quod posset zonam solvere virgineam.
egregium narras mira pietate parentem,
qui ipse sui gnati minxerit in gremium.
atqui non solum hoc se dicit cognitum habere
Brixia † chinea suppositum specula,
flavus quam molli praecurrit flumine Mella,
Brixia, Veronae mater amata meae,
sed de Postumio et Corneli narrat amore,
cum quibus illa malum fecit adulterium.
dixerit hic aliquis, quid? tu istaec, Ianua, nosti,
cui nunquam domini limine abesse licet,
nec populum auscultare, sed hic suffixa tigillo
tantum operire soles aut aperire domum?
saepe illam audivi furtiva voce loquentem
solam cum ancillis haec sua flagitia,
nomine dicentem quos diximus, ut pote quae mi
speraret nec linguam esse nec auriculam.
praeterea addebat quendam, quem dicere nolo
nomine ne tollat rubra supercilia.
longus homo est, magnas cui lites intulit olim
falsum mendaci ventre puerperium.
Που εμένα, καταπιεσμένος από τη μοίρα και την πικρή περίσταση,
μου στέλνεις τούτο το γραμματάκι, γραμμένο με δάκρυα,
ώστε τον ναυαγό, ριγμένο απ’ τ’ αφρισμένα κύματα της θάλασσας,
να τον σηκώσω και να τον γυρίσω απ’ το κατώφλι του θανάτου,
που μήτε η άγια Αφροδίτη τον αφήνει ν’ αναπαυτεί σε μαλακόν ύπνο
έρημον σε ανύπαντρο κρεβάτι,
μήτε οι Μούσες με το γλυκό τραγούδι των παλιών συγγραφέων
τον τέρπουν, όταν ο ταραγμένος νους ξαγρυπνά,
αυτό μου είναι ευχάριστο, αφού με λες φίλο σου
και ζητάς από δω τα δώρα και των Μουσών και της Αφροδίτης.
Μα για να μη σου είναι άγνωστες οι δικές μου συμφορές, Μάνλιε,
κι ούτε να νομίσεις πως μισώ το καθήκον του φιλόξενου,
άκουσε σε ποια κύματα της μοίρας βυθίζομαι κι εγώ ο ίδιος,
για να μη ζητάς πια απ’ τον δύστυχο ευτυχισμένα δώρα.
Τον καιρό που πρωτοφόρεσα την καθαρή τήβεννο,
όταν η ανθισμένη ηλικία περνούσε την ευχάριστη άνοιξη,
έπαιξα αρκετά· δεν μ’ αγνοεί η θεά
που ανακατεύει τη γλυκιά πίκρα με τις έγνοιες:
μα όλη αυτή την ασχολία μου την πήρε με πένθος ο θάνατος του αδερφού.
Ω αδερφέ, παρμένε από μένα τον δύστυχο,
εσύ, εσύ πεθαίνοντας τσάκισες την ευτυχία μου, αδερφέ,
μαζί σου θάφτηκε ολόκληρο το σπίτι μας,
μαζί σου χάθηκαν όλες οι χαρές μας,
που τις έτρεφε ο γλυκός σου έρωτας όσο ζούσες.
Με τον θάνατό του εγώ έδιωξα απ’ όλο μου τον νου
αυτές τις ασχολίες κι όλες τις τέρψεις της ψυχής.
Γι’ αυτό, αυτό που γράφεις πως είναι ντροπή για τον Κάτουλλο να είναι στη Βερόνα,
επειδή εδώ όποιος απ’ την καλύτερη τάξη
ζεσταίνει τα παγωμένα μέλη σε έρημο κρεβάτι,
αυτό, Μάνλιε, δεν είναι ντροπή, μάλλον είναι θλιβερό.
Θα με συγχωρέσεις λοιπόν, αν αυτά που μου πήρε το πένθος,
δεν σου τα προσφέρω ως δώρα, αφού δεν μπορώ.
Γιατί το ότι δεν έχω μεγάλη συλλογή συγγραφέων,
γίνεται επειδή ζούμε στη Ρώμη: εκείνο είναι το σπίτι,
εκείνη η κατοικία μου, εκεί περνά η ζωή μου·
εδώ μόνο ένα από τα πολλά κασελάκια με ακολουθεί.
Κι αφού είναι έτσι, δεν θα ήθελα να νομίσεις πως με κακή διάθεση
το κάνω αυτό ή με ψυχή όχι αρκετά ευγενική,
που δεν σου δόθηκε το απόθεμα και των δύο που ζητάς:
από μόνος μου θα σου τα πρόσφερα, αν είχα κανένα απόθεμα.
Quod mihi fortuna casuque oppressus acerbo
conscriptum hoc lacrimis mittis epistolium,
naufragum ut eiectum spumantibus aequoris undis
sublevem et a mortis limine restituam,
quem neque sancta Venus molli requiescere somno
desertum in lecto caelibe perpetitur,
nec veterum dulci scriptorum carmine musae
oblectant, cum mens anxia pervigilat,
id gratum est mihi, me quoniam tibi dicis amicum
muneraque et Musarum hinc petis et Veneris.
sed tibi ne mea sint ignota incommoda, Manli,
neu me odisse putes hospitis officium,
accipe quis merser fortunae fluctibus ipse,
ne amplius a misero dona beata petas.
tempore quo primum vestis mihi tradita pura est,
iucundum cum aetas florida ver ageret,
multa satis lusi; non est dea nescia nostri
quae dulcem curis miscet amaritiem:
sed totum hoc studium luctu fraterna mihi mors
abstulit. o misero frater adempte mihi,
tu mea tu moriens fregisti commoda, frater,
tecum una tota est nostra sepulta domus,
omnia tecum una perierunt gaudia nostra,
quae tuus in vita dulcis alebat amor.
cuius ego interitu tota de mente fugavi
haec studia atque omnes delicias animi.
quare, quod scribis Veronae turpe Catullo
esse quod hic quisquis de meliore nota
frigida deserto tepefactet membra cubili,
id, Manli, non est turpe, magis miserum est.
ignosces igitur, si, quae mihi luctus ademit,
haec tibi non tribuo munera, cum nequeo.
nam quod scriptorum non magna est copia apud me,
hoc fit quod Romae vivimus: illa domus,
illa mihi sedes, illic mea carpitur aetas;
huc una ex multis capsula me sequitur.
quod cum ita sit, nolim statuas nos mente maligna
id facere aut animo non satis ingenuo
quod tibi non utriusque petenti copia parta est:
ultro ego deferrem, copia si qua foret.
Δεν μπορώ να σωπάσω, θεές, σε τι πράγμα ο Άλλιος
με βοήθησε ή με πόσες υπηρεσίες με βοήθησε,
μην τυχόν ο καιρός, φεύγοντας μέσα στους αιώνες που λησμονούν,
σκεπάσει σε τυφλή νύχτα αυτή τη φροντίδα του:
αλλά θα το πω σ’ εσάς, κι εσείς πείτε το παρακάτω σε πολλές
χιλιάδες και κάντε αυτό το χαρτί να μιλά κι όταν γεράσει,
και να γίνεται πιο γνωστός νεκρός όλο και πιο πολύ,
κι ας μην υφαίνει η αράχνη ψηλά τον λεπτό της ιστό
πάνω στο εγκαταλειμμένο όνομα του Άλλιου.
Γιατί ποια έγνοια μού έδωσε η διπρόσωπη Αμαθουσία
το ξέρετε, και με ποιον τρόπο με γκρέμισε,
όταν καιγόμουν τόσο όσο ο βράχος της Τρινακρίας
και το μαλιακό νερό στις οιταίες Θερμοπύλες,
και τα θλιμμένα μάτια δεν έπαυαν να λιώνουν από αδιάκοπο κλάμα
και τα μάγουλα να μουσκεύουν από θλιβερή βροχή,
όπως στην κορφή ψηλού βουνού ένα διάφανο
ρυάκι ξεπηδά από βρυασμένη πέτρα,
που, όταν κατρακυλήσει με ορμή απ’ την κατηφορική κοιλάδα,
περνά μέσα απ’ τον δρόμο του πυκνού πλήθους,
γλυκιά ανακούφιση για τον κουρασμένο, ιδρωμένο οδοιπόρο
όταν η βαριά ζέστη σκάζει τα καμένα χωράφια.
Αυτός, όπως στους ναύτες που τους παιδεύει η μαύρη θύελλα
έρχεται πιο απαλά φυσώντας ούριος άνεμος
αφού παρακαλέστηκε πια ο Πολυδεύκης, πια ο Κάστορας,
τέτοια ήταν για μας η βοήθεια του Άλλιου.
Αυτός άνοιξε με πλατύ μονοπάτι τον κλειστό κάμπο,
κι αυτός μας έδωσε σπίτι, κι αυτός την κυρά,
όπου να ασκούμε τους κοινούς μας έρωτες.
Εκεί η λευκή μου θεά με μαλακό πόδι
μπήκε, και στο τριμμένο κατώφλι το αστραφτερό πέλμα
στηρίζοντας, στάθηκε με το σανδάλι που έτριζε,
όπως κάποτε, φλεγόμενη απ’ τον έρωτα του συζύγου, ήρθε
η Λαοδάμεια στο σπίτι του Πρωτεσίλαου,
που άρχισε μάταια, όσο ακόμη με ιερό αίμα
το θύμα δεν είχε εξευμενίσει τους ουράνιους θεούς.
Τίποτα να μη μ’ αρέσει τόσο πολύ, ραμνούσια παρθένα,
που ν’ αναλαμβάνεται απερίσκεπτα ενάντια στη θέληση των θεών.
Πόσο ο νηστικός βωμός ποθεί το ευσεβές αίμα,
το έμαθε η Λαοδάμεια χάνοντας τον άντρα της,
αναγκασμένη ν’ αφήσει τον λαιμό του νέου συζύγου
προτού ο ένας κι ύστερα ο άλλος χειμώνας
στις μακριές νύχτες χορτάσει τον λαίμαργο έρωτα,
ώστε να μπορεί να ζει με τον γάμο διακομμένο:
που οι Μοίρες ήξεραν πως δεν απείχε πολύ,
αν πήγαινε στρατιώτης στα τείχη του Ιλίου:
γιατί τότε, με την αρπαγή της Ελένης, τους πρώτους των Αργείων
είχε αρχίσει η Τροία να ξεσηκώνει προς το μέρος της,
η Τροία (ανοσιούργημα), κοινός τάφος της Ασίας και της Ευρώπης,
η Τροία, πικρή στάχτη αντρών και κάθε αρετής:
που έφερε κι εκείνη στον αδερφό μου αξιοθρήνητο θάνατο.
Αλίμονο, αδερφέ, παρμένε από μένα τον δύστυχο,
αλίμονο, χάθηκε το γλυκό φως απ’ τον δύστυχο αδερφό,
μαζί σου θάφτηκε ολόκληρο το σπίτι μας,
μαζί σου χάθηκαν όλες οι χαρές μας,
που τις έτρεφε ο γλυκός σου έρωτας όσο ζούσες.
Που τώρα, τόσο μακριά, όχι ανάμεσα σε γνώριμους τάφους
ούτε κοντά σε συγγενικές στάχτες τοποθετημένο,
αλλά θαμμένο στην απαίσια Τροία, στη δύστυχη Τροία,
τον κρατά ξένη γη σε απόμακρο έδαφος.
Προς αυτήν τότε, λένε, βιαστική απ’ παντού μαζί η νιότη
η ελληνική εγκατέλειψε τις ενδότερες εστίες,
για να μη χαρεί ο Πάρις, με την αρπαγμένη μοιχαλίδα, ελεύθερη
ξεκούραση σε ειρηνική κάμαρα.
Μ’ αυτή την περίσταση τότε, ωραιότατη Λαοδάμεια,
σου αρπάχτηκε ο γάμος, πιο γλυκός κι απ’ τη ζωή κι απ’ την ψυχή:
τόσο σε ρουφούσε η δίνη του έρωτα
που σε είχε ρίξει σε απόκρημνο βάραθρο,
σαν αυτό που λένε οι Έλληνες πως κοντά στον κυλλήνιο Φενεό
στραγγίζει το παχύ έδαφος αντλώντας τον βάλτο,
που κάποτε, σκάβοντας τα σπλάχνα του κομμένου βουνού,
λέγεται πως έσκαψε ο ψευτογέννητος γιος του Αμφιτρύωνα,
τον καιρό που με ασφαλές βέλος χτύπησε τα στυμφαλικά τέρατα
με προσταγή κατώτερου αφέντη,
ώστε η πόρτα τ’ ουρανού να πατιέται από περισσότερους θεούς,
και να μη μένει η Ήβη σε μακρά παρθενία.
Μα ο βαθύς σου έρωτας ήταν πιο βαθύς κι απ’ εκείνο το βάραθρο,
που τότε σε δίδαξε, αδάμαστη, να σηκώνεις τον ζυγό.
Γιατί ούτε τόσο αγαπητό στον καταβεβλημένο απ’ τα χρόνια πατέρα
είναι το μοναχοπαίδι που η αργοπορημένη κόρη τρέφει,
που, μόλις επιτέλους βρέθηκε κληρονόμος των παππουδίστικων πλούτων
κι έβαλε τ’ όνομά του στις μαρτυρημένες διαθήκες,
σβήνοντας τις ασεβείς χαρές του χλευασμένου συγγενή,
διώχνει το όρνιο απ’ το γκρίζο κεφάλι:
ούτε τόσο χάρηκε καμιά περιστέρα με το χιονόλευκο ταίρι της,
που, λένε, πολύ πιο άτσαλα
δρέπει πάντα φιλιά με το ράμφος που δαγκώνει
απ’ ό,τι η γυναίκα που είναι υπερβολικά πολυπόθητη:
μα εσύ μόνη νίκησες τις μεγάλες μανίες αυτών,
μόλις σμίχτηκες με τον ξανθό σου άντρα.
Σε τίποτα ή σε λίγο άξια να υποχωρήσει σ’ αυτήν,
το φως μου ήρθε στον κόρφο μου,
γύρω απ’ την οποία τρέχοντας δώθε κείθε συχνά ο Έρωτας
έλαμπε λευκός στον κροκί χιτώνα του.
Αυτή όμως, κι αν δεν αρκείται σ’ έναν Κάτουλλο,
τις σπάνιες κλεψιές της συνεσταλμένης κυράς θα τις υποφέρω,
για να μην είμαι υπερβολικά ενοχλητικός σαν τους ανόητους:
συχνά ακόμη κι η Ήρα, η μέγιστη των ουρανίων,
καταπίνει τη φλογερή οργή για το σφάλμα του συζύγου,
μαθαίνοντας τις πάμπολλες κλεψιές του παντοπόθητου Δία.
Κι όμως δεν είναι σωστό οι άνθρωποι να συγκρίνονται με τους θεούς·
σήκωσε το αχάριστο βάρος του τρεμουλιαστού γονιού.
Κι όμως εκείνη δεν μου ήρθε οδηγημένη από πατρικό χέρι
σε σπίτι που ευωδίαζε ασσυριακό άρωμα,
αλλά μου έδωσε θαυμαστά δωράκια σε νύχτα κλεφτή,
παρμένα απ’ τον ίδιο τον κόρφο του άντρα της.
Γι’ αυτό αρκεί, αν σε μας μόνο δίνεται
η μέρα που εκείνη τη σημειώνει με πιο λευκή πέτρα.
Αυτό το δώρο, φτιαγμένο με τραγούδι όσο μπόρεσα,
για τις πολλές σου υπηρεσίες, Άλλιε, σου το ανταποδίδω,
για να μην αγγίξει το όνομά σας με τραχιά σκουριά
τούτη κι εκείνη η μέρα κι άλλη κι άλλη.
Σ’ αυτά ας προσθέσουν οι θεοί όσα πιο πολλά, που η Θέμιδα άλλοτε
συνήθιζε να φέρνει ως δώρα στους αρχαίους ευσεβείς:
να είστε ευτυχισμένοι κι εσύ και μαζί η ζωή σου
και το σπίτι, όπου παίξαμε εγώ κι η κυρά,
κι αυτός που στην αρχή μας έδωσε το έδαφος,
απ’ τον οποίο πρωτογεννήθηκαν όλα τα καλά,
και πάνω απ’ όλους, εκείνη που μου είναι πιο αγαπητή κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό,
το φως μου, που όσο ζει εκείνη, γλυκό μου είναι να ζω.
non possum reticere, deae, qua me Allius in re
iuverit aut quantis iuverit officiis,
ne fugiens saeclis obliviscentibus aetas
illius hoc caeca nocte tegat studium:
sed dicam vobis, vos porro dicite multis
milibus et facite haec charta loquatur anus
notescatque magis mortuus atque magis,
nec tenuem texens sublimis aranea telam
in deserto Alli nomine opus faciat.
nam mihi quam dederit duplex Amathusia curam
scitis, et in quo me corruerit genere,
cum tantum arderem quantum Trinacria rupes
lymphaque in Oetaeis Malia Thermopylis,
maesta neque adsiduo tabescere lumina fletu
cessarent tristique imbre madere genae,
qualis in aerii perlucens vertice montis
rivus muscoso prosilit e lapide,
qui, cum de prone praeceps est valle volutus,
per medium densi transit iter populi,
dulce viatori lasso in sudore levamen
cum gravis exustos aestus hiulcat agros.
hic, velut in nigro iactatis turbine nautis
lenius adspirans aura secunda venit
iam prece Pollucis, iam Castoris implorata,
tale fuit nobis Allius auxilium.
is clausum lato patefecit limite campum,
isque domum nobis isque dedit dominae,
ad quam communes exerceremus amores.
quo mea se molli candida diva pede
intulit et trito fulgentem in limine plantam
innixa arguta constituit solea,
coniugis ut quondam flagrans advenit amore
Protesilaeam Laodamia domum
inceptam frustra, nondum cum sanguine sacro
hostia caelestis pacificasset eros.
nil mihi tam valde placeat, Rhamnusia virgo,
quod temere invitis suscipiatur eris.
quam ieiuna pium desideret ara cruorem
docta est amisso Laodamia viro,
coniugis ante coacta novi dimittere collum
quam veniens una atque altera rursus hiems
noctibus in longis avidum saturasset amorem,
posset ut abrupto vivere coniugio:
quod scibant Parcae non longo tempore abesse,
si miles muros isset ad Iliacos:
nam tum Helenae raptu primores Argivorum
coeperat ad sese Troia ciere viros,
Troia (nefas) commune sepulcrum Asiae Europaeque,
Troia virum et virtutum omnium acerba cinis:
quaene etiam nostro letum miserabile fratri
attulit. Hei misero frater adempte mihi,
hei misero fratri iucundum lumen ademptum,
tecum una tota est nostra sepulta domus,
omnia tecum una perierunt gaudia nostra,
quae tuus in vita dulcis alebat amor.
quem nunc tam longe non inter nota sepulcra
nec prope cognatos compositum cineres,
sed Troia obscena, Troia infelice sepultum
detinet extremo terra aliena solo.
ad quam tum properans fertur simul undique pubes
Graeca penetralis deseruisse focos,
ne Paris abducta gavisus libera moecha
otia pacato degeret in thalamo.
quo tibi tum casu, pulcherrima Laodamia,
ereptum est vita dulcius atque anima
coniugium: tanto te absorbens vertice amoris
aestus in abruptum detulerat barathrum,
quale ferunt Grai Pheneum prope Cylleneum
siccare emulsa pingue palude solum,
quod quondam caesis montis fodisse medullis
audit falsiparens Amphitryoniades,
tempore quo certa Stymphalia monstra sagitta
perculit imperio deterioris eri,
pluribus ut caeli tereretur ianua divis,
Hebe nec longa virginitate foret.
sed tuus altus amor barathro fuit altior illo,
qui tunc indomitam ferre iugum docuit.
nam nec tam carum confecto aetate parenti
una caput seri nata nepotis alit,
qui, cum divitiis vix tandem inventus avitis
nomen testatas intulit in tabulas,
impia derisi gentilis gaudia tollens
suscitat a cano vulturium capiti:
nec tantum niveo gavisa est ulla columbo
compar, quae multo dicitur improbius
oscula mordenti semper decerpere rostro
quam quae praecipue multivola est mulier:
sed tu horum magnos vicisti sola furores,
ut semel es flavo conciliata viro.
aut nihil aut paulo cui tum concedere digna
lux mea se nostrum contulit in gremium,
quam circumcursans hinc illinc saepe Cupido
fulgebat crocina candidus in tunica.
quae tamenetsi uno non est contenta Catullo,
rara verecundae furta feremus erae,
ne nimium simus stultorum more molesti:
saepe etiam Iuno, maxima caelicolum,
coniugis in culpa flagrantem concoquit iram
noscens omnivoli plurima furta Iovis.
atqui nec divis homines componier aequum est
ingratum tremuli tolle parentis onus.
nec tamen illa mihi dextra deducta paterna
fragrantem Assyrio venit odore domum,
sed furtiva dedit mira munuscula nocte
ipsius ex ipso dempta viri gremio.
quare illud satis est, si nobis is datur unis
quem lapide illa diem candidiore notat.
hoc tibi quod potui confectum carmine munus
pro multis, Alli, redditur officiis,
ne vestrum scabra tangat robigine nomen
haec atque illa dies atque alia atque alia.
huc addent divi quam plurima, quae Themis olim
antiquis solita est munera ferre piis:
sitis felices et tu simul et tua vita
et domus, in qua nos lusimus et domina,
et qui principio nobis † terram dedit aufert,
a quo sunt primo omnia nata bona,
et longe ante omnes mihi quae me carior ipso est,
lux mea, qua viva vivere dulce mihi est.
Μην απορείς γιατί καμιά γυναίκα, Ρούφε,
δεν θέλει να βάλει από κάτω σου το τρυφερό της μηρί,
ούτε αν την κλονίσεις με δώρο σπάνιου φορέματος
ή με τις χάρες κάποιου διάφανου πετραδιού.
Σε βλάπτει μια κακή φήμη, που λέει πως στην κοιλάδα
κάτω απ’ τις μασχάλες σου φωλιάζει άγριος τράγος.
Αυτόν τον φοβούνται όλες. Και δεν είναι απορίας άξιο: γιατί είναι πολύ κακό
θηρίο, κι όμορφο κορίτσι δεν πλαγιάζει με τέτοιο.
Γι’ αυτό ή σκότωσε το σκληρό βάσανο των μυτών,
ή πάψε ν’ απορείς γιατί φεύγουν.
Noli admirari quare tibi femina nulla,
Rufe, velit tenerum supposuisse femur,
non si illam rarae labefactes munere vestis
aut perluciduli deliciis lapidis.
laedit te quaedam mala fabula, qua tibi fertur
valle sub alarum trux habitare caper.
hunc metuunt omnes. neque mirum: nam mala valde est
bestia, nec quicum bella puella cubet.
quare aut crudelem nasorum interfice pestem,
aut admirari desine cur fugiunt.
Η γυναίκα μου λέει πως με κανέναν δεν θα προτιμούσε να παντρευτεί
παρά μ’ εμένα, ούτε αν την ζητούσε ο ίδιος ο Δίας.
Το λέει: μα ό,τι λέει η γυναίκα στον διψασμένο εραστή
πρέπει να το γράφεις στον άνεμο και στο ορμητικό νερό.
Nulli se dicit mulier mea nubere malle
quam mihi, non si se Iuppiter ipse petat.
dicit: sed mulier cupido quod dicit amanti
in vento et rapida scribere oportet aqua.
Αν κανέναν δικαιολογημένα τον στοιχειώνει ο καταραμένος τράγος των μασχαλών,
ή αν κανέναν δίκαια τον κόβει η αργή ποδάγρα,
ο αντίζηλός σου εκείνος, που ασκεί τον έρωτα με την κοπέλα σου,
θαυμαστά κληρονόμησε από σένα και τα δύο κακά.
Γιατί όσες φορές τη γαμεί, τόσες εκδικείται και τους δυο:
εκείνη τη βασανίζει με τη μυρωδιά, ο ίδιος πεθαίνει απ’ την ποδάγρα.
Si cui iure bono sacer alarum obstitit hircus,
aut si quem merito tarda podagra secat,
Aemulus iste tuus, qui vestrum exercet amorem,
mirifice est a te nactus utrumque malum.
nam quotiens futuit totiens ulciscitur ambos:
illam adfligit odore, ipse perit podagra.
Έλεγες κάποτε πως μόνο τον Κάτουλλο ήξερες,
Λεσβία, κι ούτε πως ήθελες, αντί για μένα, να κρατάς τον Δία.
Σ’ αγάπησα τότε όχι μόνο όπως ο κόσμος μια ερωμένη,
αλλά όπως ο πατέρας αγαπά τους γιους και τους γαμπρούς.
Τώρα σε έμαθα: γι’ αυτό, αν και καίγομαι πιο σφοδρά,
μου είσαι όμως πολύ πιο τιποτένια κι ελαφριά.
Πώς γίνεται; ρωτάς. Επειδή τέτοια αδικία αναγκάζει τον εραστή
ν’ αγαπά πιο πολύ, μα να νοιάζεται λιγότερο.
Dicebas quondam solum te nosse Catullum,
Lesbia, nec prae me velle tenere Iovem.
dilexi tum te non tantum ut vulgus amicam,
sed pater ut gnatos diligit et generos.
nunc te cognovi: quare etsi impensius uror,
multo mi tamen es vilior et levior.
qui potis est? inquis. quod amantem iniuria talis
cogit amare magis, sed bene velle minus.
Πάψε να περιμένεις καλό απ’ την ευεργεσία προς οποιονδήποτε
ή να νομίζεις πως μπορεί κανείς να γίνει ευσεβής.
Όλα είναι αχάριστα, το να ’χεις κάνει καλό δεν αξίζει τίποτα:
μάλλον μάλιστα κουράζει, κουράζει και βλάπτει πιο πολύ:
όπως σ’ εμένα, που κανείς πιο βαριά και πιο πικρά δεν με πιέζει
απ’ αυτόν που μόλις πριν με είχε μοναδικό κι αποκλειστικό φίλο.
Desine de quoquam quicquam bene velle mereri
aut aliquem fieri posse putare pium.
omnia sunt ingrata, nihil fecisse benigne:
immo etiam taedet, taedet obestque magis:
ut mihi, quem nemo gravius nec acerbius urget
Quam modo qui me unum atque unicum amicum habuit.
Ο Γέλλιος είχε ακούσει πως ο θείος του συνήθιζε να μαλώνει,
αν κάποιος έλεγε ή έκανε ερωτικές αταξίες.
Για να μην πάθει ο ίδιος αυτό, ζύμωσε καλά την ίδια
τη γυναίκα του θείου κι έκανε τον θείο Αρποκράτη.
Ό,τι θέλησε το έκανε: γιατί, κι αν τώρα ξεστομίζει τον ίδιο
τον θείο, ο θείος λέξη δεν θα βγάλει.
Gellius audierat patruum obiurgare solere,
si quis delicias diceret aut faceret.
hoc ne ipsi accideret, patrui perdepsuit ipsam
uxorem et patruum reddidit Harpocratem.
quod voluit fecit: nam, quamvis irrumet ipsum
nunc patruum, verbum non faciet patruus.
Ώς εδώ κατάντησε ο νους μου, Λεσβία μου, από δικό σου φταίξιμο,
κι έτσι χάλασε ο ίδιος απ’ την ίδια του την αφοσίωση,
ώστε πια ούτε να σε νοιαστεί μπορεί, κι άριστη να γίνεις,
ούτε να πάψει να σ’ αγαπά, ό,τι κι αν κάνεις.
Huc est mens deducta tua, mea Lesbia, culpa,
atque ita se officio perdidit ipsa suo,
ut iam nec bene velle queat tibi, si optuma fias,
nec desistere amare, omnia si facias.
Αν υπάρχει κάποια ηδονή για τον άνθρωπο που θυμάται παλιές καλές πράξεις,
όταν σκέφτεται πως είναι ευσεβής,
και πως δεν παραβίασε την ιερή πίστη, ούτε σε κανένα συμβόλαιο
κατάχρησε τη βούληση των θεών για ν’ απατήσει ανθρώπους,
πολλές χαρές μένουν έτοιμες για σένα στη μακριά ζωή, Κάτουλλε,
απ’ αυτόν τον αχάριστο έρωτα.
Γιατί όσα καλά μπορούν οι άνθρωποι σε κάποιον να πουν
ή να κάνουν, αυτά από σένα έχουν ειπωθεί κι έχουν γίνει:
όλα χάθηκαν, εμπιστευμένα σε αχάριστη ψυχή.
Γι’ αυτό γιατί να βασανίζεσαι πια περισσότερο;
Γιατί δεν στεριώνεις την ψυχή σου και δεν τραβιέσαι από κει
και δεν παύεις, παρά τη θέληση των θεών, να είσαι δυστυχισμένος;
Δύσκολο είναι ν’ αφήσεις ξαφνικά έναν παλιό έρωτα·
δύσκολο είναι, μα αυτό όπως όπως πρέπει να το πετύχεις.
Μόνη σωτηρία είναι αυτή, αυτό πρέπει να το νικήσεις ολότελα·
αυτό κάνε, είτε γίνεται είτε δεν γίνεται.
Ω θεοί, αν είναι δικό σας να λυπάστε, ή αν ποτέ σε κάποιους
δώσατε βοήθεια στην ίδια την ύστατη στιγμή του θανάτου,
κοιτάξτε εμένα τον δύστυχο και, αν έζησα καθαρά τη ζωή μου,
βγάλτε από μένα αυτή την αρρώστια και τον όλεθρο!
Αλίμονό μου, πώς η νάρκη, γλιστρώντας ώς τα βάθη των μελών,
έδιωξε από όλο μου το στήθος τις χαρές.
Δεν ζητώ πια εκείνο, να μ’ αγαπά αυτή αντίστοιχα,
ή, που δεν γίνεται, να θελήσει να ’ναι αγνή:
εγώ ο ίδιος εύχομαι να γίνω καλά κι ν’ αφήσω αυτή τη σιχαμερή αρρώστια.
Ω θεοί, δώστε μου αυτό ως αντάλλαγμα για την ευσέβειά μου.
Si qua recordanti benefacta priora voluptas
est homini, cum se cogitat esse pium,
nec sanctam violasse fidem, nec foedere in ullo
divum ad fallendos numine abusum homines,
multa parata manent in longa aetate, Catulle,
ex hoc ingrato gaudia amore tibi.
nam quaecumque homines bene cuiquam aut dicere possunt
aut facere, haec a te dictaque factaque sunt:
omnia quae ingratae perierunt credita menti.
quare cur tu te iam amplius excrucies?
quin tu animo offirmas atque istinc teque reducis
et dis invitis desinis esse miser?
difficile est longum subito deponere amorem;
difficile est, verum hoc qua libet efficias.
una salus haec est, hoc est tibi pervincendum;
hoc facias, sive id non pote sive pote.
o di, si vestrum est misereri, aut si quibus unquam
extremam iam ipsa in morte tulistis opem,
me miserum adspicite et, si vitam puriter egi,
eripite hanc pestem perniciemque mihi!
hei mihi subrepens imos ut torpor in artus
expulit ex omni pectore laetitias.
non iam illud quaero, contra ut me diligat illa,
aut, quod non potis est, esse pudica velit:
ipse valere opto et taetrum hunc deponere morbum.
o di, reddite mi hoc pro pietate mea.
Ρούφε, μάταια και ανώφελα εμπιστευμένε μου ως φίλος
(μάταια; όχι, μάλλον με μεγάλο και κακό τίμημα),
έτσι λοιπόν μου γλίστρησες μέσα και, καίγοντας τα σωθικά μου,
αλίμονο, μου άρπαξες του δύστυχου όλα τα αγαθά;
Τα άρπαξες, αχ, σκληρό δηλητήριο
της ζωής μας, αχ, βάσανο της φιλίας μας.
Rufe mihi frustra ac nequiquam credite amice
(frustra? immo magno cum pretio atque malo),
sicine subrepsti mi atque intestina perurens
hei misero eripuisti omnia nostra bona?
eripuisti, eheu nostrae crudele venenum
vitae, eheu nostrae pestis amicitiae.
Ο Γάλλος έχει αδέρφια, που του ενός η γυναίκα είναι χαριτωμένη,
του άλλου ο γιος είναι χαριτωμένος.
Ο Γάλλος είναι άντρας εξυπηρετικός: γιατί σμίγει γλυκούς έρωτες,
ώστε μ’ όμορφο αγόρι όμορφο κορίτσι να πλαγιάζει.
Ο Γάλλος είναι ανόητος άντρας κι ούτε βλέπει πως είναι κι ο ίδιος σύζυγος,
αυτός που, θείος, διδάσκει τη μοιχεία του θείου.
Μα τώρα γι’ αυτό πονώ, που τα καθαρά φιλιά της καθαρής κοπέλας
τα μόλυνε το βρόμικο σάλιο σου.
Μα δεν θα το ξεφύγεις ατιμώρητος: γιατί εσένα όλοι οι αιώνες
θα σε μάθουν, και ποιος είσαι θα το πει η φήμη σαν γεράσει.
Gallus habet fratres, quorum est lepidissima coniunx
alterius, lepidus filius alterius.
Gallus homo est bellus: nam dulces iungit amores,
cum puero ut bello bella puella cubet.
Gallus homo est stultus nec se videt esse maritum,
qui patruus patrui monstret adulterium.
Sed nunc id doleo quod purae pura puellae
savia comminxit spurca saliva tua.
verum id non impune feres: nam te omnia saecla
noscent et qui sis fama loquetur anus.
Ο Λέσβιος είναι όμορφος: γιατί όχι; αυτόν η Λεσβία προτιμά
παρά εσένα μ’ όλη τη γενιά σου, Κάτουλλε.
Μα ας πουλήσει αυτός ο όμορφος τον Κάτουλλο μαζί με τη γενιά του,
αν βρει τρία φιλιά από γνωστούς του.
Lesbius est pulcher: quid ni? quem Lesbia malit
quam te cum tota gente, Catulle, tua.
sed tamen hic pulcher vendat cum gente Catullum,
si tria notorum savia reppererit.
Τι να πω, Γέλλιε, γιατί εκείνα τα ρόδινα χειλάκια σου
γίνονται πιο λευκά κι απ’ το χιόνι του χειμώνα,
όταν βγαίνεις το πρωί απ’ το σπίτι κι όταν η όγδοη ώρα σε ξυπνά
απ’ τον απαλό ύπνο μέσα στη μακριά μέρα;
Κάτι σίγουρα τρέχει: μήπως αληθινά ψιθυρίζει η φήμη
πως καταπίνεις τα φουσκωμένα μεσαία ενός άντρα;
Έτσι είναι σίγουρα: το φωνάζουν τα σκισμένα λαγόνια του καημένου
του Βίκτορα, και τα χείλη σου σημαδεμένα απ’ το βγαλμένο υγρό.
Quid dicam, Gelli, quare rosea ista labella
Hiberna fiant candidiora nive,
mane domo cum exis et cum te octava quiete
e molli longo suscitat hora die?
nescio quid certe est: an vere fama susurrat
grandia te medii tenta vorare viri?
sic certe est: clamant Victoris rupta miselli
ilia, et emulso labra notata sero.
Κανένας δεν μπόρεσε να βρεθεί σε τόσο κόσμο, Ιουβέντιε,
όμορφος άντρας που ν’ αρχίσεις ν’ αγαπάς,
εκτός απ’ εκείνον τον δικό σου, απ’ την ετοιμοθάνατη έδρα του Πισαύρου
ξένο, πιο χλομό κι απ’ επίχρυσο άγαλμα;
που τώρα σου είναι στην καρδιά, που τολμάς να τον βάζεις
πάνω από μας κι ούτε ξέρεις τι έγκλημα κάνεις.
Nemone in tanto potuit populo esse, Iuventi,
bellus homo quem tu diligere inciperes
praeterquam iste tuus moribunda ab sede Pisauri
hospes inaurata pallidior statua?
qui tibi nunc cordi est, quem tu praeponere nobis
audes et nescis quod facinus facias.
Κόιντε, αν θέλεις να σου χρωστά ο Κάτουλλος τα μάτια του
ή κάτι άλλο πιο αγαπητό κι απ’ τα μάτια,
μην του αρπάζεις αυτό που του είναι πολύ πιο αγαπητό
κι απ’ τα μάτια ή ό,τι πιο αγαπητό κι απ’ τα μάτια.
Quinti, si tibi vis oculos debere Catullum
aut aliud si quid carius est oculis,
eripere ei noli multo quod carius illi
est oculis seu quid carius est oculis.
Η Λεσβία μπροστά στον άντρα της με βρίζει πάρα πολύ:
αυτό στον ανόητο είναι η μέγιστη χαρά.
Μουλάρι, τίποτα δεν καταλαβαίνεις. Αν, ξεχνώντας με, σωπούσε,
θα ήταν γιατρεμένη: τώρα που γρινιάζει και με κακολογεί,
όχι μόνο με θυμάται, αλλά, πράγμα πολύ πιο δυνατό,
είναι θυμωμένη: δηλαδή, καίγεται και μιλά.
Lesbia mi praesente viro mala plurima dicit:
haec illi fatuo maxima laetitia est.
mule, nihil sentis. si nostri oblita taceret,
sana esset: nunc quod gannit et obloquitur,
non solum meminit, sed, quae multo acrior est res,
irata est: hoc est, uritur et loquitur.
«Χόμμοδα» έλεγε, αν κάποτε ήθελε «κόμμοδα» (άνετα)
να πει, και «ενέδρες» ο Άρριος «χενέδρες»,
και τότε θαυμάσια πίστευε πως μίλησε σωστά
όταν όσο δυνατά μπορούσε έλεγε «χενέδρες».
Πιστεύω πως έτσι η μάνα, έτσι ο ελεύθερος θείος του,
έτσι ο παππούς κι η γιαγιά απ’ τη μάνα μιλούσαν.
Μόλις αυτός στάλθηκε στη Συρία, ξεκουράστηκαν όλων τ’ αφτιά:
άκουγαν τα ίδια αυτά ήπια κι ελαφρά,
κι ούτε φοβούνταν πια τέτοιες λέξεις,
όταν ξαφνικά φτάνει είδηση φοβερή,
πως τα ιόνια κύματα, αφού πήγε εκεί ο Άρριος,
δεν είναι πια ιόνια, αλλά «χιόνια».
Chommoda dicebat, si quando commode vellet
dicere, et insidias Arrius hinsidias,
et tum mirifice sperabat se esse locutum
cum quantum poterat dixerat hinsidias.
credo, sic mater, sic liber avunculus eius,
sic maternus avus dixerat atque avia
hoc misso in Syriam requierant omnibus aures:
audibant eadem haec leniter et leviter,
nec sibi postilla metuebant talia verba,
cum subito adfertur nuntius horribilis
Ionios fluctus, postquam illuc Arrius isset,
iam non Ionios esse, sed Hionios.
Μισώ κι αγαπώ. Γιατί το κάνω, ίσως ρωτάς.
Δεν ξέρω, μα το νιώθω να γίνεται και βασανίζομαι.
Odi et amo. quare id faciam fortasse requiris
nescio, sed fieri sentio et excrucior.
Η Κοιντία είναι όμορφη για πολλούς· για μένα λευκή, ψηλή,
ίσια. Αυτά καθένα χωριστά τα παραδέχομαι,
μα το «όμορφη» όλο μαζί το αρνούμαι: γιατί καμιά χάρη,
κανένας κόκκος αλατιού δεν υπάρχει σε τόσο μεγάλο σώμα.
Η Λεσβία είναι όμορφη, που κι ολόκληρη είναι ωραιότατη,
και μόνη έκλεψε απ’ όλες όλες τις χάρες.
Quintia formosa est multis, mihi candida, longa,
recta est. haec ego sic singula confiteor,
totum illud formosa nego: nam nulla venustas,
nulla in tam magno est corpore mica salis.
Lesbia formosa est, quae cum pulcherrima tota est,
tum omnibus una omnis subripuit Veneres.
Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να πει πως αγαπήθηκε τόσο
αληθινά, όσο εσύ, Λεσβία μου, αγαπήθηκες από μένα·
καμιά πίστη σε κανένα συμβόλαιο δεν υπήρξε ποτέ τόσο μεγάλη
όση βρέθηκε στον έρωτά σου από τη δική μου μεριά.
Nulla potest mulier tantum se dicere amatam
vere, quantum a me Lesbia amata mea es
nulla fides ullo fuit unquam in foedere tanta
quanta in amore tuo ex parte reperta mea est.
Τι κάνει αυτός, Γέλλιε, που με τη μάνα και την αδερφή
φλέγεται και ξαγρυπνά με πεταμένους τους χιτώνες;
Τι κάνει αυτός που δεν αφήνει τον θείο να είναι σύζυγος;
Ξέρεις άραγε πόσο έγκλημα φορτώνεται;
Φορτώνεται, ω Γέλλιε, όσο ούτε η έσχατη Τηθύς
ούτε ο Ωκεανός, ο γεννήτορας των νυμφών, δεν ξεπλένει:
γιατί δεν υπάρχει κανένα έγκλημα πιο πέρα απ’ το οποίο να προχωρήσει,
ούτε αν, σκύβοντας το κεφάλι, καταβρόχθιζε τον ίδιο του τον εαυτό.
Quid facit is, Gelli, qui cum matre atque sorore
prurit et abiectis pervigilat tunicis?
quid facit is patruum qui non sinit esse maritum?
ecquid scis quantum suscipiat sceleris?
suscipit, o Gelli, quantum non ultima Tethys
nec genitor nympharum abluit Oceanus:
nam nihil est quicquam sceleris quo prodeat ultra,
non si demisso se ipse voret capite.
Ο Γέλλιος είναι αδύνατος: γιατί όχι; αυτός που έχει τόσο καλή μάνα
και τόσο ρωμαλέα, και τόσο χαριτωμένη αδερφή,
και τόσο καλό θείο, και τόσο όλα γεμάτα κοπέλες
συγγενικές, γιατί να πάψει αυτός να είναι αδύνατος;
Που, κι αν τίποτα δεν αγγίξει παρά μόνο ό,τι δεν είναι θεμιτό ν’ αγγίζεις,
θα βρεις χίλιους λόγους γιατί είναι αδύνατος.
Gellius est tenuis: quid ni? cui tam bona mater
tamque valens vivat tamque venusta soror
tamque bonus patruus tamque omnia plena puellis
cognatis, quare is desinat esse macer?
qui ut nihil attingat, nisi quod fas tangere non est,
quantumvis quare sit macer invenies.
Ας γεννηθεί μάγος απ’ τον ανόσιο γάμο του Γέλλιου και της μάνας του
κι ας μάθει την περσική μαντεία:
γιατί ο μάγος πρέπει να γεννιέται από μάνα και γιο,
αν είναι αληθινή η ασεβής θρησκεία των Περσών,
ώστε ευχάριστος να λατρεύει με ευπρόσδεκτο τραγούδι τους θεούς
λιώνοντας στη φλόγα το παχύ σκέπασμα των σπλάχνων.
Nascatur magus ex Gelli matrisque nefando
coniugio et discat Persicum haruspicium:
nam magus ex matre et gnato gignatur oportet,
si vera est Persarum impia religio,
gratus ut accepto veneretur carmine divos
omentum in flamma pingue liquefaciens.
Δεν σε έλπιζα, Γέλλιε, πιστό σ’ εμένα γι’ αυτόν τον λόγο,
σ’ αυτόν τον δύστυχο, τον χαμένο μας έρωτα,
επειδή σε ήξερα καλά ή σε νόμιζα σταθερό
ή ικανό να συγκρατείς τον νου από αισχρή ντροπή,
αλλά επειδή έβλεπα πως ούτε μάνα ούτε αδερφή σου
ήταν αυτή που ο μεγάλος της έρωτας με έτρωγε·
κι αν και με πολλή συναναστροφή δενόμουν μαζί σου,
δεν πίστευα πως αυτό ήταν αρκετή αιτία για σένα.
Εσύ το θεώρησες αρκετό: τόση χαρά νιώθεις σε κάθε
φταίξιμο, σε όποιο υπάρχει κάτι εγκληματικό.
Non ideo, Gelli, sperabam te mihi fidum
in misero hoc nostro, hoc perdito amore fore
quod te cognossem bene constantemve putarem
aut posse a turpi mentem inhibere probro,
sed neque quod matrem nec germanam esse videbam
hanc tibi cuius me magnus edebat amor;
et quamvis tecum multo coniungerer usu,
non satis id causae credideram esse tibi.
tu satis id duxti: tantum tibi gaudium in omni
culpa est in quacumque est aliquid sceleris.
Η Λεσβία πάντα με βρίζει κι ούτε σωπαίνει ποτέ
για μένα: να χαθώ αν η Λεσβία δεν μ’ αγαπά.
Από ποιο σημάδι; γιατί άλλα τόσα κάνω κι εγώ: την καταριέμαι
αδιάκοπα, μα να χαθώ αν δεν την αγαπώ.
Lesbia mi dicit semper male nec tacet unquam
de me: Lesbia me dispeream nisi amat.
quo signo? quia sunt totidem mea: deprecor illam
adsidue, verum dispeream nisi amo.
Καθόλου δεν νοιάζομαι, Καίσαρα, να θέλω να σ’ αρέσω,
ούτε να ξέρω αν είσαι άσπρος ή μαύρος άνθρωπος.
Nil nimium studeo, Caesar, tibi velle placere,
nec scire utrum sis albus an ater homo.
Ο Ψωλαράς μοιχεύει. Μοιχεύει ο Ψωλαράς, σίγουρα.
Αυτό είναι που λένε: η ίδια η χύτρα μαζεύει τα λαχανικά της.
Mentula moechatur. moechatur mentula certe.
hoc est quod dicunt, ipsa olera olla legit.
Η «Ζμύρνα» του Κίννα μου, εννιά θερισμούς αφότου
αρχίστηκε κι εννιά χειμώνες αφότου βγήκε,
ενώ στο μεταξύ ο Ορτήσιος [έγραψε] πεντακόσιες χιλιάδες σ’ έναν [χρόνο]·
η «Ζμύρνα» θα σταλεί βαθιά ώς τα κοίλα κύματα του Σάτραχου,
τη «Ζμύρνα» οι λευκοί αιώνες θα την ξεφυλλίζουν για καιρό.
Μα τα «Χρονικά» του Βολούσιου θα πεθάνουν στον ίδιο τον Πάδο
και συχνά θα δίνουν φαρδιά περιτυλίγματα στα σκουμπριά.
Τα μικρά έργα του συντρόφου μου ας μου είναι αγαπητά:
κι ας χαίρεται ο λαός με τον φουσκωμένο Αντίμαχο.
Zmyrna mei Cinnae nonam post denique messem
quam coepta est nonamque edita post hiemem,
milia cum interea quingenta Hortensius uno
Zmyrna cavas Satrachi penitus mittetur ad undas,
Zmyrnam cana diu saecula pervolvent.
at Volusi annales Paduam morientur ad ipsam
et laxas scombris saepe dabunt tunicas.
parva mei mihi sint cordi monumenta sodalis:
at populus tumido gaudeat Antimacho.
Αν κάτι ευχάριστο ή ευπρόσδεκτο στους βουβούς τάφους
μπορεί να φτάσει απ’ τον δικό μας πόνο, Κάλβε,
με τη λαχτάρα που ανανεώνουμε τους παλιούς έρωτες
και κλαίμε φιλίες που κάποτε χάθηκαν,
σίγουρα ο πρόωρος θάνατος δεν είναι τόσο πόνος
για την Κοιντιλία, όσο χαίρεται με τον έρωτά σου.
Si quicquam mutis gratum acceptumve sepulcris
accidere a nostro, Calve, dolore potest,
quo desiderio veteres renovamus amores
atque olim missas flemus amicitias,
certe non tanto mors immatura dolori est
Quintiliae, quantum gaudet amore tuo.
Δεν νόμιζα (μα την αγάπη των θεών) πως έχει καμιά διαφορά
αν μύριζα το στόμα ή τον κώλο του Αιμίλιου.
Καθόλου πιο καθαρό το ένα, καθόλου πιο βρόμικο το άλλο,
μάλιστα ο κώλος είναι πιο καθαρός και καλύτερος:
γιατί είναι χωρίς δόντια. Το στόμα έχει δόντια μιάμιση πιθαμή,
και τα ούλα του σαν παλιάς αμαξοκαρότσας,
κι εξάλλου ένα χάσκος σαν εκείνο που, σκισμένο στη ζέστη,
έχει συνήθως το μουνί του κατουρημένου μουλαριού.
Αυτός γαμεί πολλές και κάνει τον χαριτωμένο,
και δεν παραδίδεται στον μύλο και στο γαϊδούρι;
Αν κάποια τον αγγίξει, δεν θα νομίζαμε πως αυτή μπορεί
να γλείψει τον κώλο άρρωστου δήμιου;
Non (ita me di ament) quicquam referre putavi
utrumne os an culum olfacerem Aemilio.
nilo mundius hoc, nihiloque immundius illud,
verum etiam culus mundior et melior:
nam sine dentibus est. hoc dentis sesquipedalis,
gingivas vero ploxeni habet veteris,
praeterea rictum qualem diffissus in aestu
meientis mulae cunnus habere solet.
hic futuit multas et se facit esse venustum,
et non pistrino traditur atque asino?
quem si qua attingit, non illam posse putemus
aegroti culum lingere carnificis?
Σ’ εσένα, αν σε κανέναν, μπορεί να ειπωθεί, βρομερέ Βίκτιε,
αυτό που λέγεται για τους φλύαρους και τους ανόητους:
μ’ αυτή τη γλώσσα σου, αν σου χρειαστεί, θα μπορούσες
να γλείφεις κώλους και δερμάτινα υποδήματα.
Αν θέλεις να μας ξεκάνεις όλους ολότελα, Βίκτιε,
άνοιξε το στόμα: ολότελα θα πετύχεις αυτό που ποθείς.
In te, si in quemquam, dici pose, putide Victi,
id quod verbosis dicitur et fatuis:
ista cum lingua, si usus veniat tibi, possis
culos et crepidas lingere carpatinas.
si nos omnino vis omnes perdere, Victi,
hiscas: omnino quod cupis efficies.
Σου έκλεψα, όσο έπαιζες, μελένιε Ιουβέντιε,
ένα φιλάκι πιο γλυκό κι απ’ τη γλυκιά αμβροσία.
Μα δεν το ξέφυγα ατιμώρητος: γιατί για πάνω από μια ώρα
θυμάμαι πως ήμουν καρφωμένος στην κορυφή του σταυρού,
όσο δικαιολογούμουν σ’ εσένα κι ούτε μπορούσα με κανένα κλάμα
να μειώσω ούτε τόσο δα τη σκληρότητά σου.
Γιατί μόλις έγινε αυτό, τα χειλάκια σου, βρεγμένα με πολλές
σταγόνες, τα σκούπισες μ’ όλα σου τα δάχτυλα,
μην τυχόν μείνει τίποτα κολλημένο απ’ το στόμα μου,
σαν βρόμικο σάλιο κατουρημένης πόρνης.
Κι εξάλλου δεν έπαψες να παραδίνεις εμένα τον δύστυχο στον εχθρικό Έρωτα
και να με βασανίζεις με κάθε τρόπο,
ώστε από αμβροσία να γίνει πια εκείνο για μένα το φιλάκι
πιο πικρό κι απ’ τον πικρό ελλέβορο.
Κι αφού τέτοια τιμωρία ορίζεις στον δύστυχο έρωτα,
ποτέ πια από δω και μπρος δεν θα κλέψω φιλιά.
Subripui tibi, dum ludis, mellite Iuventi,
saviolum dulci dulcius ambrosia.
verum id non impune tuli: namque amplius horam
suffixum in summa me memini esse cruce,
dum tibi me purgo nec possum fletibus ullis
tantillum vestrae demere saevitiae.
nam simul id factum est, multis diluta labella
guttis abstersisti omnibus articulis,
ne quicquam nostro contractum ex ore maneret,
tanquam commictae spurca saliva lupae.
praeterea infesto miserum me tradere Amori
non cessasti omnique excruciare modo,
ut mi ex ambrosia mutatum iam fores illud
saviolum tristi tristius elleboro.
quam quoniam poenam misero proponis amori,
nunquam iam posthac basia subripiam.
Ο Καίλιος τον Αυφιλήνο κι ο Κόιντιος την Αυφιλήνα,
το άνθος των νέων της Βερόνας, τους λιώνει ο έρωτας,
αυτός τον αδερφό, εκείνος την αδερφή. Αυτό είναι εκείνο που λέγεται
αληθινά γλυκιά αδερφική συντροφιά.
Ποιον να ευνοήσω πιο πολύ; Εσένα, Καίλιε: γιατί η δική σου
φιλία αποδείχτηκε μοναδική με έργα σ’ εμάς,
όταν τρελή φλόγα έψηνε τα μεδούλια μου.
Να ’σαι ευτυχισμένος, Καίλιε, να ’σαι δυνατός στον έρωτα.
Caelius Aufilenum et Quintius Aufilenam
flos Veronensum depereunt iuvenum,
hic fratrem, ille sororem. hoc est quod dicitur illud
fraternum vere dulce sodalicium.
cui faveam potius? Caeli, tibi: nam tua nobis
per facta exhibita est unica amicitia
cum vesana meas torreret flamma medullas.
sis felix, Caeli, sis in amore potens.
Περνώντας από πολλά έθνη και πολλά πελάγη
φτάνω, αδερφέ, σ’ αυτές τις θλιβερές νεκρικές προσφορές,
για να σου χαρίσω το ύστατο δώρο του θανάτου
και να μιλήσω ανώφελα στη βουβή σου στάχτη,
μια κι η μοίρα μού άρπαξε εσένα τον ίδιο,
αλίμονο, άδικα παρμένε από μένα, δύστυχε αδερφέ.
Τώρα όμως στο μεταξύ αυτά, που κατά το αρχαίο έθιμο των προγόνων
παραδόθηκαν ως θλιβερή προσφορά στους νεκρούς,
δέξου τα, μουσκεμένα πολύ από αδερφικό κλάμα,
και για πάντα, αδερφέ, γεια σου κι αντίο.
Multas per gentes et multa per aequora vectus
advenio has miseras, frater, ad inferias,
ut te postremo donarem munere mortis
et mutam nequiquam adloquerer cinerem,
quandoquidem fortuna mihi tete abstulit ipsum,
heu miser indigne frater adempte mihi.
nunc tamen interea haec, prisco quae more parentum
tradita sunt tristi munere ad inferias,
accipe fraterno multum manantia fletu
atque in perpetuum, frater, ave atque vale.
Αν κάτι εμπιστεύτηκε κανείς σιωπηλά σε πιστό φίλο,
του οποίου η πίστη της ψυχής είναι απόλυτα γνωστή,
θα βρεις πως κι εγώ είμαι δεσμευμένος μ’ εκείνων τον νόμο,
Κορνήλιε, και θεώρησε πως έγινα Αρποκράτης.
Si quicquam tacito commissum est fido ab amico
cuius sit penitus nota fides animi,
meque esse invenies illorum iure sacratum,
Corneli, et factum me esse puta Harpocratem.
Ή, σε παρακαλώ, δώσ’ μου πίσω τα δέκα χιλιάδες σηστέρτια, Σίλωνα,
κι έπειτα γίνε όσο θέλεις άγριος κι ατίθασος:
ή, αν σ’ ευχαριστούν τα λεφτά, πάψε σε παρακαλώ
να είσαι μαστροπός και συνάμα άγριος κι ατίθασος.
Aut sodes mihi redde decem sestertia, Silo,
deinde esto quamvis saevus et indomitus:
aut, si te nummi deIectant, desine quaeso
Leno esse atque idem saevus et indomitus.
Πιστεύεις πως μπόρεσα εγώ να κακολογήσω τη ζωή μου,
αυτήν που μου είναι πιο αγαπητή κι απ’ τα δυο μου τα μάτια;
Δεν μπόρεσα, κι ούτε, αν μπορούσα, θα την αγαπούσα τόσο ξέφρενα:
μα εσύ, μαζί με τον Τάππωνα, κάνεις κάθε τερατούργημα.
Credis me potuisse meae maledicere vitae,
ambobus mihi quae carior est oculis?
non potui, nec, si possem, tam perdite amarem:
sed tu cum Tappone omnia monstra facis.
Ο Ψωλαράς προσπαθεί ν’ ανέβει το πίπλειο βουνό:
οι Μούσες τον πετούν κάτω με τα δικράνια.
Mentula conatur Pipleum scandere montem:
Musae furcillis praecipitem eiciunt.
Όποιος βλέπει έναν κράχτη μαζί μ’ ένα όμορφο αγόρι,
τι να πιστέψει, παρά πως θέλει να πουληθεί;
Cum puero bello praeconem qui videt esse,
quid credat, nisi se vendere discupere?
Αν σε κάποιον που το ποθεί και το εύχεται τύχει ποτέ κάτι
ανέλπιστα, αυτό είναι ιδιαίτερα ευχάριστο στην ψυχή.
Γι’ αυτό μας είναι ευχάριστο κι εμάς, πιο ακριβό κι απ’ το χρυσάφι,
που ξαναγυρίζεις, Λεσβία, σ’ εμένα που σε ποθώ:
ξαναγυρίζεις σ’ εμένα που σε ποθώ κι ανέλπιστα, η ίδια φέρνεις τον εαυτό σου
πίσω σ’ εμάς. Ω μέρα να σημειωθείς με πιο λευκό σημάδι!
Ποιος ζει πιο ευτυχισμένος από μένα μόνο, ή ποιος θα μπορούσε
να πει πράγματα πιο άξια να τα ποθεί κανείς απ’ αυτή τη ζωή;
Si cui quid cupido optantique obtigit unquam
insperanti, hoc est gratum animo proprie.
quare hoc est gratum nobis quoque, carius auro,
quod te restituis, Lesbia, mi cupido:
restituis cupido atque insperanti, ipsa refers te
nobis. o lucem candidiore nota!
quis me uno vivit felicior, aut magis hac res
optandas vita dicere quis poterit?
Αν, Κομίνιε, με την κρίση του λαού τα άσπρα σου γεράματα,
μολυσμένα από ακάθαρτους τρόπους, χαθούν,
δεν αμφιβάλλω καθόλου πως πρώτα η γλώσσα, εχθρή των καλών ανθρώπων,
κομμένη, θα δοθεί στο λαίμαργο όρνιο,
τα βγαλμένα μάτια θα τα καταπιεί με μαύρο λαρύγγι το κοράκι,
τα σωθικά τα σκυλιά, τα υπόλοιπα μέλη οι λύκοι.
Si, Comini, populi arbitrio tua cana senectus
spurcata impuris moribus intereat,
non equidem dubito quin primum inimica bonorum
lingua exsecta avido sit data vulturio,
effossos oculos voret atro gutture corvus,
intestina canes, cetera membra lupi.
Ευχάριστο, ζωή μου, μου προτείνεις αυτόν τον έρωτα
τον δικό μας, πως θα είναι ανάμεσά μας κι αιώνιος.
Μεγάλοι θεοί, κάντε ώστε αληθινά να μπορεί να το υπόσχεται
και να το λέει ειλικρινά κι απ’ την καρδιά,
ώστε να μας επιτραπεί να τραβήξουμε σ’ όλη τη ζωή
αυτόν τον αιώνιο δεσμό της ιερής φιλίας.
Iucundum, mea vita, mihi proponis amorem
hunc nostrum inter nos perpetuumque fore.
di magni, facite ut vere promittere possit
atque id sincere dicat et ex animo,
ut liceat nobis tota perducere vita
aeternum hoc sanctae foedus amicitiae.
Αυφιλήνα, οι καλές ερωμένες πάντα επαινούνται:
παίρνουν την πληρωμή για ό,τι σκοπεύουν να κάνουν.
Εσύ, επειδή υποσχέθηκες και μου είπες ψέματα, είσαι εχθρή·
επειδή ούτε δίνεις κι όμως συχνά παίρνεις, κάνεις έγκλημα.
Ή το να κάνεις είναι ελευθέρας, ή το να μην υποσχεθείς αγνής,
Αυφιλήνα: μα το ν’ αρπάζεις όσα σου έδωσαν
απατώντας κάνεις χειρότερα κι από άπληστη πόρνη,
που εκπορνεύει όλο της το σώμα.
Aufilena, bonae semper laudantur amicae:
accipiunt pretium quod facere instituunt.
tu, quod promisti mihi, quod mentita, inimica es;
quod nec das et fers saepe, facts facinus.
aut facere ingenuae est, aut non promisse pudicae,
Aufilena, fuit: sed data corripere
fraudando † efficit plus quam meretricis avarae,
quae sese toto corpore prostituit.
Αυφιλήνα, το να ζεις ικανοποιημένη μ’ έναν μόνο άντρα
είναι απ’ τους πιο εξαίσιους επαίνους των παντρεμένων:
μα καλύτερα να ενδίδεις σε οποιονδήποτε
παρά, μάνα, να γεννάς αδέρφια από τον θείο.
Aufilena, viro contentam vivere solo
nuptarum laus e laudibus eximiis:
sed cuivis quamvis potius succumbere par est
quam matrem fratres ex patruo parere.
Πολύς άνθρωπος είσαι, Νάσωνα, κι όμως δεν είναι πολύς αυτός που
κατεβαίνει μαζί σου: Νάσωνα, πολύς είσαι και παθητικός.
Multus homo est, Naso, neque tecum multus homo est qui
descendit: Naso, multus es et pathicus.
Όταν πρωτόγινε ύπατος ο Πομπήιος, Κίννα, δυο συνήθιζαν
τη Μαικιλία: τώρα που ξανάγινε ύπατος
έμειναν δυο, μα καθένας μεγάλωσε σε χιλιάδες.
Γόνιμος ο σπόρος στη μοιχεία.
Consule Pompeio primum duo, Cinna, solebant
Maeciliam: facto consule nunc iterum
manserunt duo, sed creverunt milia in unum
singula. fecundum semen adulterio.
Ο Ψωλαράς λέγεται όχι άδικα πλούσιος απ’ το φιρμανικό του κτήμα,
που έχει μέσα του τόσα εξαίρετα πράγματα,
κυνήγι κάθε είδους, ψάρια, λιβάδια, χωράφια και θηρία.
Ανώφελα: τα έξοδα ξεπερνούν τα εισοδήματα.
Γι’ αυτό δέχομαι να είναι πλούσιος, αρκεί να του λείπουν όλα·
ας επαινέσουμε το κτήμα, αρκεί ο ίδιος να στερείται σπίτι.
Firmanus saltu non falso Mentula dives
fertur, qui tot res in se habet egregias,
aucupium omne genus, piscis, prata, arva, ferasque.
nequiquam: fructus sumptibus exsuperat.
quare concedo sit dives, dum omnia desint;
saltum laudemus, dum domo ipse egeat.
Ο Ψωλαράς έχει περίπου τριάντα στρέμματα λιβάδι,
σαράντα χωράφι: τα υπόλοιπα είναι θάλασσες.
Γιατί να μην μπορεί να ξεπεράσει σε πλούτη τον Κροίσο
αυτός που σ’ ένα κτήμα κατέχει τόσα αγαθά,
λιβάδια, χωράφια, πελώρια δάση και βοσκότοπους και βάλτους
ώς τους Υπερβόρειους και τη θάλασσα ώς τον Ωκεανό;
Όλα αυτά είναι μεγάλα, όμως ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλα,
όχι άνθρωπος, μα αληθινά μια μεγάλη, απειλητική ψωλή.
Mentula habet iuxta triginta iugera prati,
quadraginta arvi: cetera sunt maria.
cur non divitiis Croesum superare potis sit
uno qui in saltu tot bona possideat,
prata, arva, ingentis silvas saltusque paludesque
usque ad Hyperboreos et mare ad Oceanum?
omnia magna haec sunt, tamen ipse est maximus ultro,
non homo, sed vero mentula magna minax.
Συχνά, ψάχνοντας με ζήλο και κυνηγετική ψυχή,
πώς θα μπορούσα να σου στείλω τραγούδια του Βαττιάδη
για να σε μαλακώσω απέναντί μας, και να μη δοκιμάζεις
να ρίχνεις εχθρικά βέλη πάνω στο κεφάλι μου,
αυτόν τον κόπο βλέπω τώρα πως τον ανέλαβα μάταια,
Γέλλιε, κι ούτε ίσχυσαν εδώ οι παρακλήσεις μας.
Απέναντί μας εκείνα τα βέλη σου τα αποφεύγουμε με τον μανδύα:
μα εσύ, χτυπημένος απ’ τα δικά μας, θα τιμωρηθείς.
Saepe tibi studioso animo venante requirens
carmina uti possem mittere Battiadae
qui te lenirem nobis, neu conarere
tela infesta mihi mittere in usque caput,
hunc video mihi nunc frustra sumptum esse laborem,
Gelli, nec nostras hic valuisse preces.
contra nos tela ista tua evitamus amictu:
at fixus nostris tu dabis supplicium.

Παράθεση αυτού του αποσπάσματος

Ποιήματα

Διάλεξε μορφή και κάνε κλικ στο Αντιγραφή. Ο μόνιμος σύνδεσμος οδηγεί κάθε αναγνώστη ακριβώς σε αυτή την ενότητα.

Στηρίξτε αυτό το έργο

Δωρεάν ανάγνωση εδώ. Αγοράστε το ηλεκτρονικό βιβλίο για να στηρίξετε το έργο.

Ηλεκτρονικό βιβλίο σύντομα

Η ηλεκτρονική έκδοση σε αυτή τη γλώσσα ετοιμάζεται.(Ελληνικά)